• Αρχική
  • Σχετικά
    • Σκοπός
    • Διοίκηση
    • Σωματεία μέλη
  • Ανακοινώσεις
  • Δραστηριότητες
    • Εκδηλώσεις
    • Απεργίες
  • Αρχείο
    • Φωτογραφίες
    • Βίντεο
    • Άρθρα
  • Επικοινωνία
  • Αρχική
  • Η ιστορία μας
  • Σχετικά
    • Σκοπός
    • Διοίκηση
    • Σωματεία μέλη
  • Ανακοινώσεις
  • Δραστηριότητες

      Εκδηλώσεις

      Δείτε περισσότερα

      Απεργίες

      Δείτε περισσότερα

      ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
      ΓΣΕΕ
      ΙΝΕ-ΓΣΕΕ
      ΚΕΠΕΑ
      ΚΑΝΕΠ
      ΕΕΚΕ
      Ο ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
      ΟΑΕΔ
      ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
  • Αρχείο

      Φωτογραφίες

      Δείτε περισσότερα

      Βίντεο

      Δείτε περισσότερα

      Αρθρογραφία

      Δείτε περισσότερα

      ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
      ΓΣΕΕ
      ΙΝΕ-ΓΣΕΕ
      ΚΕΠΕΑ
      ΚΑΝΕΠ
      ΕΕΚΕ
      Ο ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
      ΟΑΕΔ
      ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
  • Επικοινωνία


  • Αρχική
  • Η ιστορία μας
  • Σχετικά
    • Σκοπός
    • Διοίκηση
    • Σωματεία μέλη
  • Ανακοινώσεις
  • Δραστηριότητες

      Εκδηλώσεις

      Δείτε περισσότερα

      Απεργίες

      Δείτε περισσότερα

      ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
      ΓΣΕΕ
      ΙΝΕ-ΓΣΕΕ
      ΚΕΠΕΑ
      ΚΑΝΕΠ
      ΕΕΚΕ
      Ο ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
      ΟΑΕΔ
      ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
  • Αρχείο

      Φωτογραφίες

      Δείτε περισσότερα

      Βίντεο

      Δείτε περισσότερα

      Αρθρογραφία

      Δείτε περισσότερα

      ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
      ΓΣΕΕ
      ΙΝΕ-ΓΣΕΕ
      ΚΕΠΕΑ
      ΚΑΝΕΠ
      ΕΕΚΕ
      Ο ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
      ΟΑΕΔ
      ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
  • Επικοινωνία


Ανακοίνωση

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Σύννεφα στις μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης

Οι προοπτικές των μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωζώνης επιδεινώνονται υπό τον φόβο των συνεπειών που θα έχει ο εμπορικός πόλεμος, οι οποίες έρχονται να προστεθούν στα ήδη υπάρχοντα δομικά προβλήματα στην περιοχή και στις πολιτικές αναταραχές που εντοπίζονται κυρίως σε Γερμανία και Γαλλία.

Η οικονομία της Γερμανίας θα ανακάμψει με πολύ αργούς ρυθμούς μετά μια παρατεταμένη περίοδο αδυναμίας, καθώς θα αναπτυχθεί μόνο κατά 0,2% φέτος, σύμφωνα με τις νέες προβλέψεις της Ένωσης Τραπεζών της Γερμανίας, όπως αναφέρουν πηγές του Reuters. Η Ένωση είχε προηγουμένως προβλέψει ανάπτυξη 0,7% για φέτος στις εκτιμήσεις της που δημοσιεύθηκαν τον Σεπτέμβριο.

Η οικονομία δεν αναμένεται να ανακάμψει αισθητά πριν από το 2026, οπότε προβλέπεται ανάπτυξη 1,4%, ανέφερε η Ένωση Γερμανικών Τραπεζών. Η γερμανική οικονομία συρρικνώνεται επί δύο συνεχή έτη και οι προοπτικές της για φέτος επιδεινώθηκαν μετά την ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου ότι επιβάλλει δασμούς 25% στα εισαγόμενα οχήματα, κάτι που αναμένεται να πλήξει ιδιαίτερα τις γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες.

Το 2026, ο θετικός αντίκτυπος του δημοσιονομικού πακέτου της Γερμανίας εκτιμάται ότι θα αποτυπωθεί για πρώτη φορά στους αριθμούς ανάπτυξης, δήλωσε ο Χάινερ Χέρκενκοφ, διευθύνων σύμβουλος της Ένωσης Γερμανικών Τραπεζών.

«Ωστόσο, με ισχυρές μεταρρυθμίσεις και την προοπτική μιας ανταγωνιστικής φορολογικής πολιτικής, η νέα κυβέρνηση θα μπορούσε να τονώσει τις επενδύσεις νωρίτερα», επισήμανε ο Χέρκενκοφ.

Η Ένωση ανησυχεί ιδιαίτερα για τις εταιρικές επενδύσεις, οι οποίες αναμένεται να μειωθούν σε πραγματικούς όρους φέτος. «Ακόμη και η αναμενόμενη αύξηση του 3,5% για το 2026 είναι μάλλον αδύναμη σε σύγκριση με προηγούμενες ανακάμψεις», δήλωσε ο Χέρκενκοφ, σημειώνοντας ότι πριν από την ευρωπαϊκή κρίση δημόσιου χρέους οι εταιρικές επενδύσεις αυξάνονταν τακτικά με διψήφια ποσοστά σε περιόδους οικονομικής ανάκαμψης.

Η κυβέρνηση της Γαλλίας θα αναθεωρήσει πτωτικά την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη το 2025, λιγότερο από δύο μήνες μετά την οριστικοποίηση του προϋπολογισμού, όπως ανέφερε η υφυπουργός Εργασίας Αστριντ Πανοσιάν. Το φετινό νομοσχέδιο για τα δημοσιονομικά, το οποίο εγκρίθηκε με καθυστέρηση μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης, βασίζεται σε μια πρόβλεψη για ανάπτυξη 0,9% φέτος. Πρόσφατες έρευνες της στατιστικής υπηρεσίας της Γαλλίας και της κεντρικής τράπεζας δείχνουν ότι η οικονομία δεν έχει τη δυναμική να επιτύχει αυτόν τον στόχο.

«Είμαστε περισσότερο στο 0,7%, που είναι οι προβλέψεις της Τράπεζας της Γαλλίας», δήλωσε η υφυπουργός Εργασίας στην τηλεόραση France 2 την Τετάρτη. Οι ασθενέστερες προοπτικές για την οικονομία της Γαλλίας αποτελούν πλήγμα για την κυβέρνηση μειοψηφίας, η οποία προσπαθεί να περιορίσει τα ελλείμματα του προϋπολογισμού με περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων που βρίσκουν αντιδράσεις στο κοινοβούλιο.

Οι δημοσιονομικές δυσκολίες σε συνδυασμό με την πολιτική αναταραχή μετά τις πρόωρες εκλογές του περασμένου καλοκαιριού έχουν οδηγήσει σε εκτίναξη του κόστους δανεισμού της Γαλλίας σε σχέση με άλλες χώρες.

Ο υπουργός Οικονομικών Ερίκ Λόμπαρντ δήλωσε ότι θα αξιολογήσει τις μεταβαλλόμενες οικονομικές προοπτικές στα μέσα Απριλίου και θα λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να διατηρήσει τον στόχο του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 5,4% του ΑΕΠ το 2025.

Ο Λόμπαρντ επιβεβαίωσε, μιλώντας την Τρίτη σε βουλευτές, ότι θα υπάρξει μια νέα πρόβλεψη για την ανάπτυξη τις επόμενες εβδομάδες. Προειδοποίησε για τα εμπόδια, συμπεριλαμβανομένου του υψηλού ποσοστού αποταμίευσης μεταξύ των νοικοκυριών και της αύξησης του κόστους δανεισμού της Γαλλίας, μετά την ανακοίνωση των σχεδίων της Γερμανίας για μια τεράστια επέκταση των δαπανών.

Ο υπουργός Οικονομικών ανέφερε, επίσης, ότι οι αποφάσεις του Αμερικανού προέδρου για τους δασμούς θα επιβαρύνουν την ανάπτυξη, προσθέτοντας ότι η κυβέρνηση είναι έτοιμη να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για να ανταποκριθεί, χωρίς να δώσει λεπτομέρειες. «Βρισκόμαστε πράγματι σε μια λεπτή οικονομική κατάσταση», δήλωσε ο Λόμπαρντ. «Είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί, ώστε να συνεχίσουμε με μέτρα στήριξης για να αντιμετωπίσου- με αυτές τις προκλήσεις».

Η οικονομία της Ιταλίας θα αναπτυχθεί μόλις 0,6% φέτος υπό το βάρος των υψηλών τιμών ενέργειας και της αύξησης των αμερικανικών δασμών, σύμφωνα με την επιχειρηματική ένωση Confindustria.

Η εκτίμηση ανακοινώνεται πριν από την επίσημη πρόβλεψη της κυβέρνησης αργότερα αυτόν τον μήνα, η οποία ενδέχεται να υποβαθμιστεί, λόγω της απογοητευτικής ανάπτυξης το 2024 κατά 0,7%, αντί του 1%που ήταν ο στόχος.

«Η αβεβαιότητα βρίσκεται σε ιστορικά υψηλό επίπεδο», αναφέρει η Confindustria στην έκθεσή της, προειδοποιώντας ότι οι δασμοί του Αμερικανού προέδρου αποτελούν τεράστια απειλή για την οικονομία, καθώς οι ΗΠΑ είναι η δεύτερη μεγαλύτερη αγορά για τα ιταλικά προϊόντα μετά τη γερμανική. Πάντως, προέβλεψε ότι η ανάπτυξη του επόμενου έτους θα επιταχυνθεί στο 1%.

Οι κίνδυνοι για την οικονομία περιλαμβάνουν, επίσης, τις υψηλές τιμές της ενέργειας που πλήττουν την ανταγωνιστικότητα των ιταλικών εταιρειών και την έλλειψη «στήριξης για επενδύσεις σε εργοστάσια και μηχανήματα», σύμφωνα με την έκθεση.

Οι παράγοντες που συμβάλλουν στη διατήρηση της ανάπτυξης περιλαμβάνουν τη μείωση του κόστους δανεισμού, χάρη στη χαλαρότερη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και τη μείωση της ανεργίας. Μια τρίτη κινητήρια δύναμη είναι η συνεχιζόμενη εφαρμογή του προγράμματος του Ταμείου Ανάκαμψης της Ιταλίας, το οποίο ρίχνει δισεκατομμύρια στην οικονομία , ανέφερε n Confindustria.

 

ΠΗΓΗ: «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Ε όχι και αύξηση τα 120€ σε τρία χρόνια! Γράφει ο Πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ανακοίνωση της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού, είναι σημαντικό να αναδειχθούν κάποιες αλήθειες για μια διαδικασία που μοιάζει περισσότερο με προσχηματικό διάλογο παρά με ουσιαστική διαβούλευση.

Μέχρι το 2027, η κυβέρνηση θα καθορίζει μονομερώς το ύψος του κατώτατου μισθού. Ήδη έχει ανακοινωθεί ότι θα φτάσει τα 950 ευρώ. Για φέτος ανακοινώθηκε το ποσό των 50 ευρώ, άρα απομένουν 80 ευρώ για τα επόμενα 2 χρόνια. Πρόκειται για μια καθαρά «συμβολική» αύξηση, που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων και δεν λαμβάνει υπόψη τα δεδομένα της οικονομίας και της ακρίβειας.

Συνεχίζεται να στηρίζεται η ανάπτυξη της οικονομίας σε ένα μοντέλο φτηνής εργασίας και ευκαιριακής κερδοφορίας. Από την πλευρά της, η ΓΣΕΕ καταθέτει ανελλιπώς, εδώ και μια πενταετία, πλήρως τεκμηριωμένες προτάσεις για την ανάγκη ουσιαστικών αυξήσεων, αποδεικνύοντας ότι αυτές θα είχαν θετικό αντίκτυπο τόσο στην αγοραστική δύναμη των εργαζομένων όσο και στην παραγωγική ανασυγκρότηση κρίσιμων τομέων της οικονομίας. Ωστόσο, η παντελής έλλειψη ανταπόκρισης, οι ήδη ειλημμένες κυβερνητικές αποφάσεις και η αποστασιοποίηση της διαδικασίας από τα ίδια τα οικονομικά δεδομένα οδήγησαν τη ΓΣΕΕ στην απόφαση να αποχωρήσει από αυτή την «εικονική προσομοίωση κοινωνικού διαλόγου» και να επιλέξει τη συλλογική διεκδίκηση, με προσωρινό αποκορύφωμα την 24ωρη γενική απεργία στις 9 Απριλίου.

Τα ευρήματα πρόσφατης έρευνας του Ινστιτούτου Εργασίας σε συνεργασία με την εταιρεία Alco είναι αποκαλυπτικά: το 46,3% των εργαζομένων αμείβεται με κάτω από 1.000 ευρώ μεικτά, ενώ το 65,7% λαμβάνει λιγότερα από 1.200 ευρώ. Παράλληλα, μόνο το 40% δηλώνει ότι το εισόδημά του καλύπτει τις ανάγκες του, ενώ το 88% αναγκάζεται να περιορίσει τις αγορές βασικών αγαθών. Επιπλέον, 7 στους 10 εργαζόμενους στηρίζονται στις αποταμιεύσεις τους, ή απλώς δεν διαθέτουν καθόλου. Παράλληλα, η στεγαστική επιβάρυνση εμφανίζεται εξίσου μεγάλη. Το 58% των εργαζομένων που ενοικιάζουν κατοικία δαπανούν πάνω από το 40%του εισοδήματός τους για ενοίκιο και θέρμανση, ενώ το 50% των ιδιοκτητών πληρώνουν πάνω από το 20% για δόσεις στεγαστικών δανείων και θέρμανση.

Μπροστά σε αυτά τα ζητήματα, η απάντηση σίγουρα δεν μπορεί να είναι «120 ευρώ σε τρία χρόνια». Οι εργαζόμενοι το έχουν αντιληφθεί και απαιτούν, σε ένα πρωτόγνωρο ποσοστό της τάξης του 86%, την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων με καθολική ισχύ και υποχρεωτικότητα, στο πλαίσιο ενός γνήσιου και αποτελεσματικού κοινωνικού διαλόγου που θα διασφαλίζει πραγματικές αυξήσεις και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης.

 

ΠΗΓΗ: «ONE VOICE»

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Προτελευταία η Ελλάδα στην ΕΕ με βάση την αγοραστική δύναμη

H Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση όλης της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την αγοραστική δύναμη, όπως δείχνουν τα τελευταία στοιχεία της Eurostat. Η αγοραστική δύναμη των πολιτών εξακολουθεί να παραμένει πολύ κάτω από το 2008, πριν δηλαδή ξεσπάσει η κρίση χρέους, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στις άλλες χώρες που γνώρισαν τα μνημόνια, όπως η Ιρλανδία, η Κύπρος και η Πορτογαλία. Στις χώρες αυτές η αγοραστική δύναμη είτε πλησίασε αρκετά στα προ κρίσης επίπεδα είτε την έχει ξεπεράσει κατά πολύ, όπως στην περίπτωση της Ιρλανδίας.

Η Eurostat δημοσιοποίησε το κατά κεφαλήν ΑΕΠ για το 2024 προσαρμοσμένο σε ισοδύναμες μονάδες αγοραστικής δύναμης. Ο δείκτης αυτός λαμβάνει υπόψη το εισόδημα (κατά κεφαλήν ΑΕΠ), αλλά ταυτόχρονα και το κόστος ζωής. Μετριέται σε μονάδες, όπου 100 είναι ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε μονάδες αγοραστικής δύναμης διαμορφώθηκε για την Ελλάδα στο 70% του μέσου όρου της ΕΕ το 2024, από 69% το 2023 και 64% το 2021. Ήταν όμως 93 μονάδες το 2008 και το 2009, έχοντας υποχωρήσει έως τις 62 μονάδες το 2020.

Η αγοραστική δύναμη της Ελλάδας στις 70 μονάδες, όταν της ΕΕ είναι 100, σημαίνει ότι ο Έλληνας μπορεί να αγοράσει με τα ίδια χρήματα το 70% που μπορεί να αγοράσει ο μέσος Ευρωπαίος.

Το ποσοστό αυτό κατατάσσει τη χώρα μας στην προτελευταία θέση στην ΕΕ, πάνω από τη Βουλγαρία. Αν και τελευταία η Βουλγαρία, σε αντίθεση με την Ελλάδα, έχει αυξήσει σημαντικά την αγοραστική δύναμη σε σχέση με την περίοδο της κρίσης.

Το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε μονάδες αγοραστικής δύναμης της Βουλγαρίας διαμορφώθηκε το 2024 στο 66%του μέσου όρου της ΕΕ ενώ το 2008 ήταν μόλις 43 μονάδες. Πρόκειται για αύξηση 24 ολόκληρων μονάδων.

Η Ελλάδα από το 93%το 2008 κατρακύλησε μέχρι το 62%το 2020 και από τότε άρχισε μικρή σταδιακή αύξηση στο 70%. Ενισχύθηκε δηλαδή κατά 8 μονάδες από τα χαμηλότερα επίπεδα, αλλά απέχει ακόμα 23 μονάδες από τα προ κρίσης επίπεδα του 2008.

Πέραν της Βουλγαρίας, μεγάλη βελτίωση καταγράφουν και οι άλλες χώρες των μνημονίων σε σύγκριση με την αγοραστική δύναμη που είχαν το 2008. Η Κύπρος, για παράδειγμα, είχε 106 μονάδες αγοραστικής δύναμης το 2008. Δηλαδή ήταν 6% υψηλότερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Μέσα στην κρίση χρέους η αγοραστική της δύναμη έφτασε στις 81 μονάδες (το 2014) για να φτάσει το 2024 τις 95 μονάδες.

Η Πορτογαλία είχε 77 μονάδες αγοραστικής δύναμης το 2008. Μέσα στην κρίση δεν έπεσε κάτω από τις 74 μονάδες (το 2021 ) και πλέον έχει 82 μονάδες αγοραστικής δύναμης – βρίσκεται σε καλύτερη θέση από ό,τι το 2008.

Η Ιρλανδία είχε 131 μονάδες αγοραστικής δύναμης το 2008 και σήμερα έχει 211 μονάδες αγοραστικής δύναμης. Η Ισπανία είχε 92 μονάδες το 2008 και υποχώρησε στις 83 μονάδες το 2020. Σήμερα, το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε μονάδες αγοραστικής δύναμης διαμορφώνεται ξανά στο 92%του μέσου όρου της ΕΕ (στις 92 μονάδες).

Η σύγκριση

Ουσιαστικά ο δείκτης αυτός αγοραστικής δύναμης (PPP) επιτρέπει τη σύγκριση του τι μπορούν να αγοράσουν οι Ευρωπαίοι με τα ίδια χρήματα σε κάθε χώρα.

Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, υπάρχουν δέκα χώρες που αντιπροσωπεύουν περίπου το 34%του πληθυσμού της ΕΕ, οι οποίες ξεπερνούν τον μέσο όρο της ΕΕ σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε αγοραστική δύναμη).

Το Λουξεμβούργο και η Ιρλανδία είχαν τα υψηλότερα επίπεδα (141% και 111% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ αντίστοιχα). Η Ολλανδία βρίσκεται 35%πάνω από το μέσο όρο της ΕΕ), η Δανία 28% και το Βέλγιο 17%. Το Λουξεμβούργο έχει μακράν το υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ μεταξύ των 27 χωρών που περιλαμβάνονται σε αυτή τη σύγκριση κι αυτό εξηγείται εν μέρει από το γεγονός ότι ένας μεγάλος αριθμός κατοίκων εξωτερικού απασχολείται στη χώρα και συνεπώς συμβάλλει στο ΑΕΠ της, ενώ δεν αποτελεί μέρος του μόνιμου πληθυσμού του Λουξεμβούργου.

Οι καταναλωτικές τους δαπάνες καταγράφονται στους εθνικούς λογαριασμούς της χώρας διαμονής τους. Το υψηλό επίπεδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ιρλανδία μπορεί να εξηγηθεί εν μέρει από την παρουσία μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών.

 

ΠΗΓΗ: «ΤΑ ΝΕΑ»

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Η Δωρεάν Εκδήλωση Νομικής Πληροφόρησης στέφθηκε με επιτυχία!

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

1/4/2025

Με απόλυτη επιτυχία ολοκληρώθηκε η Δωρεάν Εκδήλωση Νομικής Πληροφόρησης, η οποία έλαβε χώρα στον χώρο του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Καλαμάτας, σε συνεργασία με το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, την 31η Μαρτίου 2025. Η εκδήλωση συγκέντρωσε μεγάλο ενδιαφέρον, προσελκύοντας ανέργους και εργαζομένους που αναζητούσαν έγκυρη και αξιόπιστη ενημέρωση για τα δικαιώματά τους.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης αναπτύχθηκαν σημαντικά ζητήματα που αφορούν τα ασφαλιστικά και εργασιακά δικαιώματα, ενώ η έμπειρη εργατολόγος απάντησε σε κρίσιμα ερωτήματα που τέθηκαν από τους συμμετέχοντες, προσφέροντας πολύτιμες νομικές κατευθύνσεις.

Το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Καλαμάτας αποδεικνύει έμπρακτα τη δέσμευσή του στην ενίσχυση της ενημέρωσης και της προστασίας των εργαζομένων. Μέσα από τέτοιες πρωτοβουλίες επιδιώκει τη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος στο οποίο οι εργαζόμενοι έχουν πρόσβαση στη γνώση και τα εργαλεία που τους επιτρέπουν να προασπίσουν τα επαγγελματικά τους συμφέροντα.

 

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Οι συνεχείς ανατιμήσεις επηρεάζουν αρνητικά την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών

Σοβαρές επιπτώσεις στην αγοραστική συμπεριφορά των καταναλωτών έχουν οι συνεχείς ανατιμήσεις των προϊόντων καθημερινής χρήσης. Συνέπεια της ακρίβειας και της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης των Ελλήνων είναι και το γεγονός ότι σχεδόν ένας στους δέκα καταναλωτές δηλώνει ότι δεν μπορεί να αγοράσει ούτε τα στοιχειώδη. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα αποτελέσματα ετήσιας έρευνας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, το 93% δηλώνει ότι δυσκολεύεται οικονομικά εξαιτίας των αυξημένων τιμών στο σού- περ μάρκετ. Επίσης, οι καταναλωτές κυρίως στρέφονται σε φθηνότερες και λιγότερες αγορές. Οι 4 στους 10 δηλώνουν ότι περιορίζονται στα απολύτως απαραίτητα προϊόντα. Αναφορικά για το ποιος ευθύνεται οι καταναλωτές δήλωσαν επίσης ότι ευθύνονται περισσότερο για υπερβολικές ανατιμήσεις στα καταναλωτικά προϊόντα, πολυεθνικές και ελληνικές βιομηχανίες, μεγάλες εμπορικές αλυσίδες και μικρά τοπικά καταστήματα. Οι πολυεθνικές εταιρείες κατά 68% ενώ πολύ πιο κάτω και στη δεύτερη θέση βρέθηκαν οι μεγάλες αλυσίδες 25%.

Πολύ μικρό ποσοστό 6% επέλεξε τους εγχώριους κατασκευαστές και ελάχιστοι 1%τα μικρά καταστήματα. Από οικονομικής πλευράς, οι αποτιμήσεις του έτους 2024 και οι προσδοκίες των καταναλωτών για το έτος 2025 είναι κατά κύριο λόγο αρνητικές. Συγκεκριμένα για το 2024 ποσοστό 48% ανέφερε ότι η οικονομική του κατάσταση έγινε χειρότερη, 39% ανέφερε ότι παρέμεινε ίδια και 13% ανέφερε ότι έγινε καλύτερη. Για το 2025 ποσοστό 34% ανέφερε ότι θα είναι χειρότερη, 20% καλύτερη και 46% θα παραμείνει ίδια. Ποσοστό 24% προβλέπει ότι θα πραγματοποιήσει λιγότερες αγορές το 2025, 11% περισσότερες και 65% ίδιες. Για το καλάθι του νοικοκυριού, το 35% πιστεύει ότι είναι ένα χρήσιμο μέτρο, το 43% ψωνίζει προϊόντα που βρίσκονται στο καλάθι του νοικοκυριού. Υψηλή είναι επίσης η ικανοποίηση από τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Η πλειονότητα των καταναλωτών (68%) δηλώνει πολύ ικανοποιημένη ή ικανοποιημένη από τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας και μόνο το 12%εκφράζει δυσαρέσκεια. Ουδέτερη στάση διατηρεί το 28% των ερωτηθέντων.

Στο θέμα της ποιότητας, το 24%των ερωτηθέντων πιστεύει ότι είναι προϊόντα χειρότερης ποιότητας, το 62,4% ίδιας ποιότητας, ενώ το 13,6% τα θεωρεί ανώτερης ποιότητας από τις μάρκες των κατασκευαστών. Το γενικότερο συμπέρασμα είναι ότι τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας έχουν ωριμάσει στην αγορά και θεωρούνται ισοδύναμες ή καλύτερες επιλογές από σχεδόν το 80% των καταναλωτών. Στο πλαίσιο της έρευνας, μετρήθηκε επίσης η πρόθεση αγοράς προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας σε 12 κατηγορίες προϊόντων. Για παράδειγμα, το 80,3% των καταναλωτών είναι πρόθυμο να αγοράσει χαρτικά ιδιωτικής ετικέτας, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για κρασιά, μπύρες και οινοπνευματώδη είναι 13,5%. Σχετικά με τον αριθμό των σούπερ μάρκετ που χρησιμοποιούν οι καταναλωτές, μόνο το 30% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι ψωνίζει σταθερά σε ένα σούπερ μάρκετ και το 70% μοιράζει τις αγορές σε περισσότερα. Το 90,6%των ερωτηθέντων χρησιμοποιεί μέχρι 3 διαφορετικά καταστήματα για τις αγορές του. Οι περισσότεροι καταναλωτές δηλώνουν ότι ψωνίζουν 4 φορές μηνιαίως. Το 75% των ερωτηθέντων ψωνίζουν μέχρι 8 φορές μηνιαίως. Η μέση δαπάνη στο σούπερ μάρκετ εκτιμάται σε 64 ευρώ. Συγκεκριμένα, η μέση μηνιαία δαπάνη εκτιμάται στα 334 ευρώ. Το 75% των καταναλωτών δαπανά ως 400 ευρώ τον μήνα.

 

ΠΗΓΗ: «KONTRA NEWS»

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Δωρεάν Νομική Πληροφόρηση από το ΙΝΕ ΓΣΕΕ στο Εργατικό Κέντρο

ΑΡΙΘΜ. ΠΡΩΤ. 93                                                                                                             ΚΑΛΑΜΑΤΑ 27.3.2025

Δωρεάν Νομική Πληροφόρηση από το ΙΝΕ ΓΣΕΕ σε όλη την Πελοπόννησο!

Συνεχίζονται οι δράσεις του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Καλαμάτας με νέες εκδηλώσεις, ενημερώνοντας όλους τους εργαζόμενους για βασικά δικαιώματα που αφορούν ατομικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, σύγχρονα ζητήματα εργασιακών σχέσεων, χρόνος εργασίας- Εργάνη, ψηφιακή κάρτα και δίνοντας τη δυνατότητα να απευθύνουμε καίρια ερωτήματα που μας απασχολούν στα οποία θα δοθούν απαντήσεις από τους έγκριτους νομικούς του ΙΝΕ ΓΣΕΕ.

Οι προγραμματισμένες εκδηλώσεις ξεκινούν από την Καλαμάτα, την Δεύτερα, 31/3/2025 στο Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Καλαμάτας και ώρα 6:00μ.μ.- 8:00μ.μ.,στην αίθουσα του 3ου ορόφου.

Ενημερώσου για:

  • Εργασιακά δικαιώματα
  • Συντάξεις & κοινωνικοασφαλιστικά ζητήματα
  • Ψηφιακή κάρτα εργασίας & πολλά ακόμα!

 

Δήλωσε συμμετοχή στο 27210-90411

Η γνώση είναι δύναμη!

Μη χάσεις την ευκαιρία!

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Κατώτατος μισθός: Πού αναμένεται να φτάσει – Οι πιέσεις και τι θα γίνει με το Δημόσιο

Αναμένεται η ανακοίνωσή του εντός της εβδομάδας και η ισχύς του από την 1η Απριλίου –

Ερώτημα παραμένει η εξέλιξη των κλαδικών συμβάσεων εργασίας. Κοντά στα 880 ευρώ μεικτά αναμένεται να διαμορφωθεί ο νέος κατώτατος μισθός για το 2025, καθώς εκτιμάται ότι η αύξηση που θα δοθεί την 1η Απριλίου θα είναι της τάξεως του 5% έως 6% (δηλαδή 40 έως 50 ευρώ), ώστε να φθάσει στο ύψος αυτό, από τα 830 ευρώ που είναι σήμερα.

Η διαδικασία προσδιορισμού του νέου κατώτατου μισθού έχει εισέλθει στην τελική ευθεία και η ανακοίνωσή του αναμένεται εντός της εβδομάδας, μετά τη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο θα αποφασίσει το τελικό ύψος της νέας αύξησης. Ανάλογο ρυθμό αύξησης θα ακολουθήσουν οι κατώτατες αμοιβές και τα επόμενα έτη προκειμένου να επιτευχθεί ο κυβερνητικός στόχος για να διαμορφωθεί ο κατώτατος μισθός στα 950 ευρώ το 2027 και ο μέσος μισθός στα 1.500 ευρώ.

Πιέσεις

Τα στοιχεία δείχνουν πως οι αμοιβές πολλών εργαζομένων – εξαιτίας της έλλειψης κλαδικών συμβάσεων εργασίας – «πιέζονται» προς τα όρια των κατώτατων μισθών χωρίς να λαμβάνουν τις επιπλέον αυξήσεις. Αρκεί να σημειωθεί ότι το 2024, που ο κατώτατος μισθός (χωρίς τριετίες) ήταν 830 ευρώ, περίπου 1.107.158 εργαζόμενοι ελάμβαναν μικρό μισθό κάτω των 1.000 ευρώ.

Από την αύξηση του κατώτατου μισθού αναμένεται να επηρεασθούν 575.000 εργαζόμενοι που αμείβονται με αυτά τα όρια, ενώ στο ίδιο ύψος πρόκειται να διαμορφωθεί και ο εισαγωγικός μισθός στον δημόσιο τομέα.

Σύμφωνα με τις προτάσεις που έχουν υποβάλει οι εργοδοτικοί φορείς, η ανώτατη αύξηση που προτείνεται είναι 5% και νέος κατώτατος μισθός ύψους 871,5 ευρώ. Υπενθυμίζεται ότι η ΓΣΕΕ, που εκπροσωπεί τους εργαζομένους στη διαδικασία, έχει αποχωρήσει από την αντίστοιχη επιτροπή και δεν λαμβάνει μέρος στη διαδικασία.

Οι αυξήσεις

Το υψηλότερο ποσοστό προτάθηκε από το ΚΕΠΕ, που δίνει ένα περιθώριο αύξησης από 3% έως 5% (871,5 ευρώ). Το Ινστιτούτο των τουριστικών επιχειρήσεων ΣΕΤΕ προτείνει αύξηση μέχρι 4,82% (870 ευρώ), τονίζοντας ότι η εκρηκτική αύξηση των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών παραμένει σημαντικό εμπόδιο για κάτι υψηλότερο. Η Τράπεζα της Ελλάδος αναφέρεται σε αύξηση έως 4% (863,2 ευρώ), την οποία χαρακτηρίζει «συνετή», εάν συνδυαστεί με τη σταθερότητα των τιμών, τη διαφύλαξη της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και την προστασία της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων από τις πληθωριστικές πιέσεις. Το ΙΟΒΕ προτείνει τέσσερα διαφορετικά σενάρια, αλλά προκρίνει αύξηση 3,5% ή 859 ευρώ, μεικτές αποδοχές, δίνοντας έμφαση, μεταξύ άλλων, και στο μικρό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων. Το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, το ΙΝΕΜΥ ΕΣΕΕ και το ΙΝΣΒΕ περιορίστηκαν να αναφερθούν στις ευρύτερες παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν ώστε οι επιχειρήσεις και ειδικά όσες έχουν μικρό αριθμό εργαζομένων να αντέξουν και να καταφέρουν να επωμιστούν το βάρος της όποιας αύξησης στις βασικές αποδοχές.

Στο Δημόσιο

Στο ίδιο επίπεδο με τον κατώτατο μισθό θα διαμορφωθεί από την 1η Απριλίου και ο εισαγωγικός μισθός στον δημόσιο τομέα. Από το 2026 θα δίδεται ισόποση αύξηση και θα ισχύει – πλέον – ενιαίος εισαγωγικός και κατώτατος μισθός σε ολόκληρη τη χώρα. Ο συνολικός κυβερνητικός προγραμματισμός προβλέπει τη διαμόρφωση των κατώτατων αμοιβών στα 950 ευρώ το 2027. Με αυτό το δεδομένο, οδηγούμεθα προς αύξηση της τάξεως περίπου των 40 έως 50 ευρώ, έτσι ώστε σταδιακά από τα 830 ευρώ να διαμορφωθεί στα 950 ευρώ το 2027.

Πάντως, το «στοίχημα» του 2025 δεν είναι το ύψος της αύξησης των κατώτατων αμοιβών, αλλά κατά πόσο θα «επιστρέψουν» οι υπόλοιπες αμοιβές, οι οποίες δεν βελτιώθηκαν τα τελευταία χρόνια, ούτε ακολούθησαν την πορεία αύξησης του κατώτατου μισθού.

Οι συμβάσεις

Η κυβερνητική εξαγγελία προβλέπει τη διαμόρφωση του μέσου μισθού στα 1.500 ευρώ στο τέλος της τετραετίας. Η επίτευξη του στόχου σχετίζεται, εν πολλοίς, με την επιστροφή των κλαδικών συμβάσεων που θα ωθήσει τις μέσες αμοιβές προς τα πάνω, κάτι που δεν συμβαίνει σήμερα. Πάντως η κυβέρνηση δεν φαίνεται να προκρίνει την αποκατάσταση του νομικού καθεστώτος που ίσχυε για τις συλλογικές συμβάσεις προ της οικονομικής κρίσης και της ισχύος των μνημονίων, κάτι που ζητούν η αντιπολίτευση και τα συνδικάτα. Η σημερινή εικόνα των συμβάσεων δείχνει ότι η παρέμβασή τους στη διαμόρφωση των αμοιβών είναι πολύ χαμηλή, καθώς μόλις το 26% των εργαζομένων καλύπτεται από συμβάσεις, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση ζητά το ποσοστό αυτό να φθάσει στο 80%.

Τα 1.500 ευρώ

Ο κυβερνητικός στόχος για τη διαμόρφωση του μέσου μισθού στα 1.500 ευρώ το 2027 παραμένει εν αμφιβόλω, καθώς τα τελευταία στοιχεία στην Εργάνη αφενός δείχνουν τον μέσο μισθό στα 1.342 ευρώ για το 2024, αφετέρου καταγράφουν τις αμοιβές (μισθούς) σχεδόν των μισών εργαζομένων (46,3%) να κινούνται κάτω των 1.000 ευρώ μηνιαίως.

 

ΠΗΓΗ: «ΤΟ ΒΗΜΑ»

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Βραχνάς το κόστος στέγασης

Bραχνάς για πολλά νοικοκυριά παραμένει το κόστος στέγασης αφού, πέρα από τη μειωμένη διαθεσιμότητα των ακινήτων και την κατάσταση στην οποία βρίσκονται, στα ύψη παραμένουν και τα ενοίκια, με την τάση να είναι συνεχώς ανοδική. Το θέμα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα, καθώς η στεγαστική κρίση βρίσκεται σε εξέλιξη.

Το πρόβλημα είναι τεράστιο. Περιοχές σε Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη εμφανίζονται από τις πιο ακριβές στη χώρα (14 ευρώ/τ.μ. τιμή ενοικίασης για το 2024 στο Κολωνάκι), ενώ άλλες διατηρούνται πιο οικονομικές (5,60 ευρώ/τ.μ. τιμή ενοικίασης για το 2024 στην Αγία Βαρβάρα).

Η ενοικίαση τα τελευταία χρόνια έχει αποδειχθεί βασανιστική για τους πολίτες. Οι τιμές τραβούν συνεχώς την ανηφόρα, ενώ όσοι αναζητούν να μισθώσουν ακίνητο τη συγκεκριμένο περίοδο τις χαρακτηρίζουν εξωπραγματικές ακόμη και για παλιά, μικρά σπίτια.

Χειρότερα από την Ευρώπη

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον πληθωρισμό Φεβρουαρίου, τα ενοίκια κατοικιών σημείωσαν άνοδο 9,9% , συνεχίζοντας την ανοδική τους πορεία. Παράλληλα, τη δεύτερη μεγαλύτερη τιμή καταγράφει ο πληθωρισμός που σχετίζεται με τα ακίνητα στην Ελλάδα, καθότι ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε τον Ιανουάριο στο 6,8% (3,3% ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη) από 5,4% τον Ιανουάριο. Είναι πέρα από προφανές ότι η συνεχιζόμενη άνοδος των ενοικίων έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο.

Πρακτικά αυτό σημαίνει πως αν κάποιος κατέβαλλε μηνιαίο ενοίκιο ύψους 700 ευρώ πέρυσι, φέτος καλείται να πληρώσει 770 ευρώ. Όλα μάλιστα δείχνουν πως θα ακολουθήσουν μεγαλύτερες αυξήσεις καθώς, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ, οι τιμές ακινήτων και ενοικίων δεν έχουν φτάσει ακόμη στα ανώτερά τους επίπεδα.

Είναι ενδεικτικό πως ο δείκτης μισθωμάτων βρισκόταν τον Σεπτέμβριο του 2011 στο 124,29,πουαποτελεί και ιστορικό υψηλό, ενώ σήμερα βρίσκεται στο 108,32, χαμηλότερα δηλαδή κατά 12,8% σε σχέση με το 2011.

Οι τιμές σε διάφορες περιοχές

Η εξεύρεση ακινήτου στα αστικά κέντρα και ειδικά στην Αττική έχει γίνει σχεδόν αδύνατη για πολλούς. Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του Spitogatos, όπου η μέση τιμή ενοικίου στο κέντρο της Αθήνας ανέρχεται στα 14 ευρώ/τ.μ. Στο Μοσχάτο η μέση τιμή αγγίζει τα 13,5 ευρώ/τ.μ. ενώ ακολουθούν ο Μαραθώνας, η Δραπετσώνα και ο Ταύρος.

Στην περιοχή του Πειραιά τα ακριβότερα ενοίκια καταγράφονται για το 2024 στην Καστέλα με 9,20 ευρώ/τ.μ. και τα φθηνότερα με 4,80 ευρώ/τ.μ. στο Κερατσίνι.

Στα δυτικά προάστια οι τιμές των ενοικίων κυμαίνονται κατά μέσο όρο στα 6,80 ευρώ/τ.μ. Όπως προαναφέρθηκε, τα φθηνότερα ενοίκια καταγράφονται στην Αγία Βαρβάρα με 5,60 ευρώ/τ.μ., ακολουθούντο Αιγάλεω, το Χαϊδάρι και το Περιστέρι με 6,40 – 6,50 ευρώ/τ.μ. , η Νέα Ιωνία με 7,50 ευρώ/τ.μ.

Στον Δήμο Θεσσαλονίκης η μέση τιμή των ενοικίων φτάνει τα 9,20 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Στην κορυφή βρίσκεται η Παλιά Παραλία με 14,80 ευρώ/τ.μ., ακολουθεί το ιστορικό κέντρο με 10,90 ευρώ/τ.μ. και η Νέα Παραλία με 10 ευρώ/τ.μ. Μεταξύ 7,50 και 9 ευρώ/τ.μ. κυμαίνονται τα ενοίκια σε 40 Εκκλησιές, Χαριλάου, Φάληρο, Ντεπώ, Τούμπα, Τριανδρία και Άνω Πόλη.

Μεγάλες δυσκολίες για τους εργαζόμενους

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον εύρημα της τελευταίας έκθεσης της ΓΣΕΕ είναι ότι σχεδόν οι 4 στους 10 εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα (36%) είναι ενοικιαστές, ενώ το 64% διαμένει σε ιδιόκτητη κατοικία.

Το ποσοστό ιδιοκατοίκησης ανάμεσα στους μισθωτούς-μη δημόσιους υπαλλήλους είναι χαμηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο, που κι αυτός διαρκώς μειώνεται (69,6%).

Η έρευνα της ΓΣΕΕ μάς δίνει εμμέσως και μια εικόνα της περίφημης γενιάς των ενοικιαστών, η οποία έχει να αντιμετωπίσει τεράστια βάρη σε ό,τι αφορά το κόστος ζωής. Σχεδόν οι 6 στους 10 εργαζόμενους που ενοικιάζουν κατοικία ξοδεύουν πάνω από το 40% του μηνιαίου εισοδήματός τους σε δαπάνες ενοικίου και θέρμανσης.

Στην Αθήνα η κατάσταση είναι κατά πολύ χειρότερη, αφού το μέσο ενοίκιο για μια οικογένεια με παιδιά είναι σχεδόν όσο ο μέσος μισθός. Δεν πρόκειται για σχήμα λόγου: Ο καθαρός μέσος μισθός το 2024 ανήλθε στα 885ευρώ, ενώ η μέση τιμή ενοικίασης για ένα σπίτι 80 τ.μ. στην Αθήνα είναι 872 ευρώ (πηγή: Δείκτης Τιμών Spitogatos- SPI).

 

ΠΗΓΗ: «ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ»

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Πληθωρισμός, ένα νέο… παλιό πρόβλημα

Μπορεί ο κ. Θεοδωρικάκος να κάνει τις φιλότιμες επικοινωνιακές του προσπάθειες να «δαμάσει» τον πληθωρισμό, αλλά η κυβέρνηση έχει ουσιαστικά πετάξει «λευκή πετσέτα» θεωρώντας το πρόβλημα του πληθωρισμού παρελθόν. Βεβαίως, έχουμε «λίγο μεγαλύτερο» πληθωρισμό σε σχέση με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, αλλά αυτός ο «λίγο μεγαλύτερος» πληθωρισμός είναι ευπρόσδεκτος: αφενός για τους επιχειρηματίες (που πωλούν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους «λίγο ακριβότερα»), αφετέρου για την κυβέρνηση (αφού ο «λίγο» υψηλότερος πληθωρισμός σημαίνει και «λίγο» υψηλότερο αποπληθωριστή του ΑΕΠ, που αυξάνει το ελληνικό ΑΕΠ «λίγο» ταχύτερα σε σχέση με το μέσο ευρωπαϊκό και μειώνει αντίστοιχα το ελληνικό χρέος).

Σταθερά πάνω από τον ευρωπαϊκό

Ποιοι χρηματοδοτούν αυτές τις «επιτυχίες» των επιχειρηματιών και της κυβέρνησης; Οι καταναλωτές, ιδιαίτερα τα εργατικά και λαϊκά στρώματα και ακόμη πιο ιδιαίτερα όσοι κατατάσσονται στα δύο εισοδηματικά χαμηλότερα τεταρτημόρια, δηλαδή το εισοδηματικά ασθενέστερο 40% του πληθυσμού. Διότι γι’ αυτούς ο «λίγο» μεγαλύτερος πληθωρισμός σημαίνει ακόμη μεγαλύτερη ακρίβεια.

Τα μήνα με τον μήνα στοιχεία που ανακοινώνουν η Eurostat και η ΕΛΣΤΑΤ τελευταία παγιώνουν την εξής εικόνα:

  • Ο ελληνικός πληθωρισμός υπερβαίνει σταθερά πάνω από μισή εκατοστιαία μονάδα τον μέσο ευρωπαϊκό. Αυτό προκύπτει από τα στοιχεία για τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) που ανακοινώνουν η Eurostat και η ΕΛΣΤΑΤ. Για τον μήνα Φεβρουάριο, ο ελληνικός ΕνΔΤΚ αυξήθηκε 3% σε ετήσια βάση, δηλαδή σε σχέση με τον Φεβρουάριο του 2024. Σημειώνουμε ότι ο ΕνΔΤΚ είναι ο μόνος αξιόπιστος, για να γίνουν συγκρίσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Τον Ιανουάριο ήταν 3,1%, με τον μέσο ευρωπαϊκό στο 2,5%, ενώ τον Φεβρουάριο ήταν 3%, με τον μέσο ευρωπαϊκό στο 2,4%.
  • Ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή, λόγω διαφορετικών σταθμίσεων, κυμαίνεται στα επίπεδα του… μέσου ευρωπαϊκού Εναρμονισμένου: τον Ιανουάριο ήταν 2,7% και τον Φεβρουάριο μειώθηκε σε 2,5%.

Από το φθινόπωρο του 2021 μέχρι και τις αρχές του 2023, στη φάση των υψηλών ρυθμών του, οι βασικές «εστίες» του πληθωρισμού ήταν τα τρόφιμα και η ενέργεια. Στη συνέχεια, σταδιακά, οι «εστίες» μετατοπίστηκαν στις υπηρεσίες. Πλέον, οι πληθωριστικές πιέσεις στις υπηρεσίες παραμένουν, αλλά επανεμφανίζεται η ενέργεια, κυρίως λόγω της μεγάλης αύξησης των τιμών του φυσικού αερίου.

Υπηρεσίες και φυσικό αέριο

Τον Φεβρουάριο, τις υψηλότερες αυξήσεις γνώρισαν οι υποδείκτες:

  • 6,4% στην ομάδα Ένδυση και υπόδηση, λόγω αύξησης των τιμών στα είδη ένδυσης και υπόδησης.
  • 5,5% στην ομάδα Ξενοδοχεία-Καφέ-Εστιατόρια, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: εστιατόρια-ζαχαροπλαστεία-καφενεία κυλικεία, ξενοδοχεία-μοτέλ-πανδοχεία.
  • 5,1% στην ομάδα Στέγαση, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: ενοίκια κατοικιών, επισκευή και συντήρηση κατοικίας, υπηρεσίες που σχετίζονται με το σπίτι, ηλεκτρισμό, φυσικό αέριο. Μέρος της αύξησης αυτής αντισταθμίστηκε από τη μείωση κυρίως των τιμών σε: πετρέλαιο θέρμανσης, στερεά καύσιμα.
  • 3,4% στην ομάδα Υγεία, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: φαρμακευτικά προϊόντα, ιατρικά προϊόντα, ιατρικές οδοντιατρικές και παραϊατρικές υπηρεσίες, νοσοκομειακή περίθαλψη.
  • 2,6% στην ομάδα Εκπαίδευση, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών σε: δίδακτρα προσχολικής και πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, δίδακτρα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
  • 2,0% στην ομάδα Αλκοολούχα ποτά και καπνός, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών στα αλκοολούχα ποτά (μη σερβιριζόμενα).
  • 1,7% στην ομάδα Επικοινωνίες, λόγω αύξησης κυρίως των τιμών στις τηλεφωνικές υπηρεσίες.

Όσον αφορά επιμέρους κατηγορίες, οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφονται σε:

  • Φυσικό αέριο: 41,1%
  • Ξενοδοχεία, μοτέλ, πανδοχεία: 17,5%
  • Άλλα βρώσιμα έλαια: 11%
  • Ενοίκια κατοικιών: 9,9%
  • Μεταφορά επιβατών με αεροπλάνο: 10,8%
  • Πακέτο διακοπών: 8,5%
  • Ασφάλιστρα υγείας: 7%
  • Ηλεκτρισμός: 6%.

 

ΠΗΓΗ: «Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ»

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Αρνητικό το ισοζύγιο της απασχόλησης: Περισσότερες κατά 15.540 τον Ιανουάριο οι αποχωρήσεις από τις προσλήψεις, σύμφωνα με τα στοιχεία της « Εργάνης»

ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ για τον τέταρτο συνεχή μήνα που καταγράφεται αρνητικό πρόσημο στο ισοζύγιο των θέσεων απασχόλησης, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη σημασία της θερινής τουριστικής περιόδου για την αγορά εργασίας. Ο φετινός Ιανουάριος, μάλιστα, είναι ο έκτος μήνας από τον περασμένο Ιούλιο κατά τον οποίο καταγράφεται μείωση των θέσεων απασχόλησης.

Βέβαια, εάν η σύγκριση γίνει με τον Ιανουάριο του 2024, όταν είχαν χαθεί 31.997 θέσεις εργασίας, διαπιστώνεται ότι το πρόβλημα περιορίστηκε κατά το ήμισυ (16.547 λιγότερες χαμένες θέσεις φέτος). Σε κάθε περίπτωση, τον φετινό Ιανουάριο καταγράφηκαν 205.933 προσλήψεις, δηλαδή 10.932 περισσότερες από τον ίδιο μήνα πέρσι. Την ίδια στιγμή, όμως, προέκυψαν και 221.383 απολύσεις, 5.615 λιγότερες σε σχέση με τον πρώτο μήνα του 2024.

Παραδοσιακά, πάντως, ο Ιανουάριος είναι ένας μήνας κατά τον οποίο οι απολύσεις υπερβαίνουν τις προσλήψεις. Μόλις δύο φορές κατά το παρελθόν, το 2014 και το 2021, οι προσλήψεις ήταν περισσότερες των απολύσεων τον πρώτο μήνα του έτους (+6.397 και +2.338 θέσεις αντίστοιχα). Επί της ουσίας, η αγορά περιμένει το θετικό μήνυμα από την έναρξη της θερινής τουριστικής περιόδου, που προκαλεί ραγδαία αύξηση των προσλήψεων τόσο σε μόνιμο όσο κυρίως σε εποχικό προσωπικό. Κάτι που αναμένεται να αρχίσει να φαίνεται από τα στοιχεία που θα ανακοινωθούν για τον Φεβρουάριο και πολύ περισσότερο από εκείνα που θα ακολουθήσουν για τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο, όπως κάθε χρόνο.

Ευέλικτη εργασία

Σε ό,τι αφορά τις συμβάσεις που υπογράφηκαν τον Ιανουάριο, από τις 205.933 προσλήψεις, οι 110.265 ή 53,54%, δηλαδή λίγο περισσότερες από τις μισές, πραγματοποιήθηκαν με όρους πλήρους απασχόλησης. Καταγράφηκαν, όμως, άλλες 76.969 προσλήψεις για τις οποίες υπογράφηκαν συμβάσεις μερικής απασχόλησης (37,38%) , καθώς και 18.699 προσλήψεις με όρους εκ περιτροπής εργασίας (9,08%). Έτσι, οι προσλήψεις με ευέλικτες μορφές απασχόλησης έφτασαν στις 95.668, δηλαδή κάλυψαν το 47,93% του συνόλου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι περισσότερες χαμένες θέσεις εργασίας (-17.669) διαπιστώθηκαν, σε ημερήσια βάση, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της εορταστικής περιόδου των Χριστουγέννων, δηλαδή στις 2 Ιανουαρίου. Αντίθετα, το πιο θετικό ισοζύγιο προσλήψεων- απολύσεων(+9.865 θέσεις) καταγράφηκε την τελευταία ημέρα του μήνα, στις 31 Ιανουαρίου, ενδεικτικό ότι κάτι αρχίζει να κινείται στην αγορά εργασίας, λόγω εποχικότητας.

Επίσης, το αρνητικό πρόσημα συνοδεύει όλες τις ηλικιακές κατηγορίες, κατά τον ίδιο μήνα. Όμως, οι πιο πολλές απώλειες (-5.360) καταγράφηκαν στις πλέον παραγωγικές ηλικίες (30-44 ετών), ενώ έπονται με 4.199 χαμένες θέσεις.

Στους νέους, οι απώλειες είναι υπαρκτές, αλλά σαφώς πιο περιορισμένες. Πιο συγκεκριμένα χάθηκαν 4.095 θέσεις εργασίας στις ηλικίες 15 – 24 ετών και άλλες 1.050 θέσεις στις ηλικίες 25 – 29 ετών.

 

ΠΗΓΗ: «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ»

by Εργατικό Κέντρο

« First‹ Previous121314151617181920Next ›Last »
Page 16 of 58


Πλοήγηση

Αρχική
Σκοπός
Διοίκηση
Σωματεία μέλη
Επικοινωνία

Επισκέπτης

Όροι χρήσης
Πολιτική Cookies

Επικοινωνία

ekkal@otenet.gr
Διεύθυνση: Αριστομένους 95
Τηλ: 27210 26662 | 27210 90411
Fax: 27210 90411

Facebook
ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
ΓΣΕΕ
ΙΝΕ-ΓΣΕΕ
ΚΕΠΕΑ
ΚΑΝΕΠ
ΕΕΚΕ
Ο ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
ΟΑΕΔ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
©2021 Designed by Tasios Designs! All rights reserved.