• Αρχική
  • Σχετικά
    • Σκοπός
    • Διοίκηση
    • Σωματεία μέλη
  • Ανακοινώσεις
  • Δραστηριότητες
    • Εκδηλώσεις
    • Απεργίες
  • Αρχείο
    • Φωτογραφίες
    • Βίντεο
    • Άρθρα
  • Επικοινωνία
  • Αρχική
  • Η ιστορία μας
  • Σχετικά
    • Σκοπός
    • Διοίκηση
    • Σωματεία μέλη
  • Ανακοινώσεις
  • Δραστηριότητες

      Εκδηλώσεις

      Δείτε περισσότερα

      Απεργίες

      Δείτε περισσότερα

      ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
      ΓΣΕΕ
      ΙΝΕ-ΓΣΕΕ
      ΚΕΠΕΑ
      ΚΑΝΕΠ
      ΕΕΚΕ
      Ο ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
      ΟΑΕΔ
      ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
  • Αρχείο

      Φωτογραφίες

      Δείτε περισσότερα

      Βίντεο

      Δείτε περισσότερα

      Αρθρογραφία

      Δείτε περισσότερα

      ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
      ΓΣΕΕ
      ΙΝΕ-ΓΣΕΕ
      ΚΕΠΕΑ
      ΚΑΝΕΠ
      ΕΕΚΕ
      Ο ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
      ΟΑΕΔ
      ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
  • Επικοινωνία


  • Αρχική
  • Η ιστορία μας
  • Σχετικά
    • Σκοπός
    • Διοίκηση
    • Σωματεία μέλη
  • Ανακοινώσεις
  • Δραστηριότητες

      Εκδηλώσεις

      Δείτε περισσότερα

      Απεργίες

      Δείτε περισσότερα

      ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
      ΓΣΕΕ
      ΙΝΕ-ΓΣΕΕ
      ΚΕΠΕΑ
      ΚΑΝΕΠ
      ΕΕΚΕ
      Ο ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
      ΟΑΕΔ
      ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
  • Αρχείο

      Φωτογραφίες

      Δείτε περισσότερα

      Βίντεο

      Δείτε περισσότερα

      Αρθρογραφία

      Δείτε περισσότερα

      ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
      ΓΣΕΕ
      ΙΝΕ-ΓΣΕΕ
      ΚΕΠΕΑ
      ΚΑΝΕΠ
      ΕΕΚΕ
      Ο ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
      ΟΑΕΔ
      ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
  • Επικοινωνία


Ανακοινώσεις

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Με.. ζόρι τα πάγια έξoδα για 1 στα 2 νοικοκυριά

Το ποσοστό των μισθωτών που διαβιούν σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης στην Ελλάδα, το 2024, ήταν 21% και με διαφορά το υψηλότερο μεταξύ των 15 επιλεγμένων κρατών-μελών της ΕΕ, ξεπερνώντας κατά 12,6 ποσοστιαίες μονάδες τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ ήταν υψηλότερο κατά 16,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και κατά 11,8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τις οικονομίες της Περιφέρειας, όπως προκύπτει από τα αποκαλυπτικά στοιχεία της Ενδιάμεσης Έκθεσης για την ελληνική οικονομία που έδωσε στη δημοσιότητα το ΙΝΕ ΓΣΕΕ την Τετάρτη.

Η πολιτική της κυβέρνησης που πριν από λίγες ημέρες έκανε λόγο και για πακέτο 29 παρεμβάσεων για τη στέγαση, με συνολικό δημοσιονομικό αποτύπωμα άνω των 2,6 δισ. ευρώ στη διετία 2025–2026, αλλά και οι εξαγγελίες για επικείμενη αύξηση στον κατώτατο μισθό τον Απρίλιο αλλά και οι έμμεσες αυξήσεις που αναμένονται μέσω της μείωσης της μηνιαίας παρακράτησης φόρου που τίθεται σε ισχύ από τον μισθό Ιανουαρίου, όλα αυτά δεν ανατρέπουν διόλου τις συνθήκες διαβίωσης για εκατοντάδες χιλιάδες μισθωτούς στη χώρα μας που ολοένα και πιο δύσκολα τα βγάζουν πέρα παρά την αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας…

Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα εμφάνιζε το 2019 υψηλότερο ποσοστό μισθωτών που ζούσαν σε συνθήκες στέρησης σε σχέση με το 2024, η μείωση του συγκεκριμένου δείκτη στη χώρα μας την περίοδο 2019-2024 ήταν αρκετά μικρότερη από εκείνη σε άλλα κράτη-μέλη, τα οποία το 2019 είχαν αντίστοιχα υψηλά ποσοστά, όπως επισημαίνει το ΙΝΕ ΓΣΕΕ που συγκρίνει την Ελλάδα με τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία: Ενώ το 2019 στη Ρουμανία το ποσοστό υλικής στέρησης ήταν 1,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από ό,τι στην Ελλάδα, το 2024 η χώρα μας εμφανίζει ποσοστό υψηλότερο από τη συγκεκριμένη χώρα κατά 5,5 ποσοστιαίες μονάδες (15,5%), και κατά 3,1 π.μ. από τη Βουλγαρία (17,9%).

Παρόμοια εικόνα προκύπτει από την εξέταση που κάνει το ΙΝΕ ΓΣΕΕ στο ποσοστό των μισθωτών που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Όπως προκύπτει, το 2024 το ποσοστό αυτό στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 12,5%, τιμή που ήταν η τρίτη υψηλότερη μεταξύ των επιλεγμένων κρατών-μελών της ΕΕ, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία (17,2%) και την Ισπανία (13,9%) ενώ και σε αυτή την περίπτωση η χώρα μας υπολείπεται κατά 3,3 π.μ. του μέσου ευρωπαϊκού όρου.

Συγκριτικά, όμως, με το μέσο ποσοστό στο σύνολο των κρατών-μελών των Βαλκανίων, το ποσοστό των μισθωτών που βρίσκονταν στη χώρα μας σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ήταν το 2024 υψηλότερο κατά 1,3 ποσοστιαίες μονάδες, δεδομένης της συγκριτικά καλύτερης επίδοσης που εμφάνισαν έναντι της Ελλάδας οι υπόλοιπες τρεις βαλκανικές χώρες, δηλαδή η Ρουμανία, η Κροατία και η Σλοβενία.

Σε σχέση με τα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης η εικόνα είναι ακόμη πιο προβληματική, με την Ελλάδα να καταγράφει το 2024 σχεδόν διπλάσιο ποσοστό μισθωτών που αντιμετωπίζουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Οι χαμηλές αποδοχές των εργαζομένων στη χώρα μας συγκριτικά με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη αποτυπώνονται και στην εξέλιξη μιας σειράς δεικτών οι οποίοι καταγράφουν τη δυσκολία των νοικοκυριών να καλύψουν βασικές ανάγκες αξιοπρεπούς διαβίωσης. Έτσι στην Ελλάδα, το 2024, το 18,5% των ατόμων που ζούσαν σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά δήλωναν ότι αδυνατούσαν να διατηρήσουν επαρκώς ζεστή την οικία τους, έναντι μέσου ποσοστού 12,9% στις οικονομίες της Περιφέρειας και 10,4% στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής, τα οποία μάλιστα, σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, τα τελευταία δεκαπέντε έτη έχουν καταγράψει αξιοσημείωτη μείωση των αντίστοιχων ποσοστών. Δηλαδή και σε αυτή την περίπτωση μεγαλύτερη είναι η σύγκλιση της Ελλάδας με τις βαλκανικές χώρες παρά με το μέσο όρο της Ευρώπης!

Από την άλλη η αδυναμία των νοικοκυριών, ειδικά στη χώρα μας, να εξασφαλίσουν επαρκή θέρμανση στα σπίτια τους αποτελεί αντανάκλαση του υπερβολικού κόστους στέγασης που αντιμετωπίζουν κυρίως τα τελευταία χρόνια αλλά και των χαμηλών μισθών, με αποτέλεσμα όλο και μεγαλύτερο μέρος ενός μισθού να “καταναλώνεται” σε πάγιες ανάγκες όπως το ενοίκιο ή η δόση στεγαστικού δανείου, οι λογαριασμοί ρεύματος και νερού κ.α. Συγκεκριμένα σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, το 2024 στη χώρα μας οι δαπάνες για ενοίκιο αντιπροσώπευαν το 22,9% του μέσου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών με εξαρτώμενα παιδιά, όταν το ίδιο διάστημα το αντίστοιχο ποσοστό στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων ήταν μόλις 15,9%, στα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης 18,6%, ενώ στις οικονομίες της Περιφέρειας 21,9%, με σαφή πτωτική τάση σε σύγκριση με το 2019.

Η οικονομική στενότητα που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά στη χώρα μας γίνεται, όμως, πιο εμφανής όσον αφορά στο ποσοστό του πληθυσμού που ζει σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά και αδυνατεί να ανταποκριθεί σε μια σειρά πάγιες πληρωμές. Το 2024 διαμορφώθηκε στην Ελλάδα στο υψηλό 46,6%, ποσοστό το οποίο, αν και ελαφρά χαμηλότερο από το 2019, ήταν με διαφορά το υψηλότερο που καταγράφηκε μεταξύ μιας σειράς κρατών-μελών της ΕΕ.

Εν κατακλείδι, πέντε και πλέον χρόνια μετά το τέλος των Μνημονίων το ποσοστό όσων ζουν στη χώρα μας σε τέτοιου τύπου νοικοκυριά και δεν μπορούν να ανταποκριθούν σε βασικές υποχρεώσεις πληρωμών παραμένει σταθερά υψηλό, χωρίς να εμφανίζει τάση αποκλιμάκωσης στα προ της κρίσης επίπεδα, όσο κι αν η κυβέρνηση προσπαθεί να εμφανίσει μια άκρως ωραιοποιημένη εικόνα για το επίπεδο διαβίωσης των ελληνικών νοικοκυριών.

 

ΠΗΓΗ: «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ»

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Στέγαση: Στον… πάτο της Ευρώπης – Πόσα χρήματα πάνε σε ενοίκιο ή δόση στεγαστικού

Εκρηκτικές διαστάσεις έχει λάβει το στεγαστικό πρόβλημα της χώρας τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της συνεχούς αύξησης που καταγράφουν οι δαπάνες στέγασης. Αρκεί να σημειωθεί ότι το 2024 στη χώρα μας η δαπάνη στέγασης άγγιζε το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματος, που αποτελεί με διαφορά την υψηλότερη τιμή μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με τις καταγραφές του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ στην ενδιάμεση έκθεση για την οικονομία και την απασχόληση το 2025, το στεγαστικό πρόβλημα συνιστά μια δυνητική εστία μακροχρηματοπιστωτικής αστάθειας.

Χειρότερες επιδόσεις στην ΕΕ

Αξιοσημείωτο είναι το στοιχείο σύμφωνα με το οποίο οι εργένηδες (τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά στην Ελλάδα το 2024 δαπανούσαν το 51,1% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες, ενώ τα τετραμελή νοικοκυριά που αποτελούνται από δύο ενήλικες με δύο εξαρτώμενα παιδιά δαπανούσαν το 34,8% του διαθέσιμου εισοδήματός τους.

Οι επιδόσεις αυτές αποτελούν τις χειρότερες επιδόσεις μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.

Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο – που δείχνει την οξύτητα του προβλήματος – καταγράφει τα εξής: ένας στους τρείς (το 28,9% του πληθυσμού) διαβιούσε – το 2024 – σε νοικοκυριά όπου το στεγαστικό κόστος ήταν μεγαλύτερο του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Πρόκειται για ποσοστό που παραμένει το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ και καταδεικνύει μια υπερβολική επιβάρυνση από το κόστος στέγασης.

Το 2024 το ποσοστό αυτό για τους ενοικιαστές ανερχόταν στο 37,4% (τρίτο υψηλότερο στην ΕΕ), ενώ για τα άτομα σε ιδιόκτητη κατοικία, χωρίς δάνειο ή υποθήκη σε εκκρεμότητα, ήταν 25,7% (το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ).

Πόσο επιβαρύνει η στέγαση το εισόδημα

Στην έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας υπογραμμίζεται πως το κόστος στέγασης στη χώρα μας έχει δυσανάλογη επίδραση στην ευημερία των πολιτών διαφορετικής εισοδηματικής κατάστασης.

Ενδεικτικά, αναφέρεται ότι για τα άτομα που ανήκαν στην ασθενέστερη εισοδηματική κατηγορία (στο φτωχότερο εισοδηματικό πεμπτημόριο) το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης ανερχόταν στο 88,6% (έναντι 27,8% στην ΕΕ). Ενώ για τα πλουσιότερα άτομα (5ο εισοδηματικό πεμπτημόριο) στο 1,4% (συγκριτικά με 0,7% στην ΕΕ).

Τέλος, σε επίπεδο περιφερειών, το υψηλότερο ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης εμφάνισαν – κατά το 2024 – οι περιφέρειες Κεντρικής Μακεδονίας (35,7%), Πελοποννήσου (33,1%), Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (31,9%), Βορείου Αιγαίου (31,7%) και Δυτικής Ελλάδας (31,5%).

Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα ποσοστά επιβάρυνσης κατέγραψαν οι περιφέρειες Κρήτης (20,4%) και Νοτίου Αιγαίου (23,5%), ακολουθούμενες από τις περιφέρειες Ηπείρου (24,6%), Αττικής (26,5%) και Ιονίων Νήσων (26,9%).

Κοντά στον μέσο όρο της χώρας κυμάνθηκαν τα ποσοστά στη Θεσσαλία (28%) και στις περιφέρειες Στερεάς Ελλάδας (28,6%) και Δυτικής Μακεδονίας (29,3%). Τονίζεται ότι οκτώ από τις δεκατρείς περιφέρειες της χώρας, κατέγραψαν το 2024, υψηλότερα ποσοστά υπερβολικής επιβάρυνσης του στεγαστικού κόστους, έναντι του 2021.

 

ΠΗΓΗ: «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ»

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Δελτία τύπου
Ενδιάμεση Έκθεση 2025 του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση

 Τα βασικά συμπεράσματα και εμπειρικά ευρήματα της Ενδιάμεση Έκθεση 2025 του ΙΝΕ ΓΣΕΕ  για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση

• Η Ελλάδα τα τελευταία τρίμηνα καταγράφει υψηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης από τον μέσο όρο της ΕΕ, ο οποίος αντανακλά κυρίως τη στασιμότητα των μεγάλων οικονομιών (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία). Ωστόσο, η επίδοση της Ελλάδας υπολείπεται συγκρίσιμων χωρών. Αρκετές χώρες καταγράφουν σαφώς υψηλότερους ρυθμούς, γεγονός που αποκαλύπτει τη σχετική υστέρηση της ελληνικής οικονομίας.
• Το χάσμα στο επίπεδο ευημερίας μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ παραμένει εξαιρετικά υψηλό. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ελλάδα ανήλθε το 2019 σε 17.210 ευρώ, έναντι 32.270 ευρώ στην ΕΕ, ενώ το 2024 η απόκλιση παραμένει περίπου στις 14.600 ευρώ. Παρά την ανάκαμψη που σημειώθηκε μετά το 2021, η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν περιορίζεται, γεγονός που δείχνει ότι οι ρυθμοί μεγέθυνσης δεν επαρκούν για ουσιαστική σύγκλιση του βιοτικού επιπέδου.
• Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS) ανήλθε από 65,5% του μέσου όρου της ΕΕ το 2019 σε 68,5% το 2024. Παράλληλα, σε σύγκριση με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα υπολείπεται χωρών όπως η Τσεχία (90,6%), η Λιθουανία (87,5%), η Εσθονία (79,0%) και η Πολωνία (78,4%), ενώ συγκρίνεται κυρίως με τη Λετονία (68,4%). Η Ρουμανία (77%) είναι σαφώς σε υψηλότερη θέση από την Ελλάδα, η οποία υπερβαίνει μόνο τη Βουλγαρία (65,9%). Αξίζει να σημειωθεί ότι την περίοδο 2019-2024 η Ελλάδα βελτίωσε τη θέση της κατά μόλις 3 ποσοστιαίες μονάδες, έναντι 11 ποσοστιαίων μονάδων της Βουλγαρίας, γεγονός που καταδεικνύει ασθενέστερη δυναμική σύγκλισης.
• Η διάρθρωση της ζήτησης παραμένει καταναλωκεντρική. Η κατανάλωση των νοικοκυριών αντιστοιχεί στο 67,7% του ΑΕΠ το γ΄ τρίμηνο του 2025, έναντι 51,1%
στην ΕΕ. Οι επενδύσεις αυξάνονται μεν στο 16,9% του ΑΕΠ, αλλά παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (21,3%). Παράλληλα, το εμπορικό έλλειμμα διευρύνεται από 0,8% του ΑΕΠ το 2019 σε 3,9% το 2025, αναδεικνύοντας τη χρόνια εισαγωγική εξάρτηση της οικονομίας.
• Η διάρθρωση της επενδυτικής ανάκαμψης που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια δεν ενισχύει την παραγωγικότητα και τον παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας. Το μερίδιο των επενδύσεων σε κατοικίες ως προς το σύνολο των επενδύσεων αυξήθηκε από 7,1% το 2019 σε 19,0% το 2025, ενώ οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό μειώνονται από 26,8% σε 21,3% και σε τεχνολογία, πληροφορική και επικοινωνία από 9,3% σε 8,0%. Οι μεταβολές αυτές, που αποτυπώνουν την κατανομή των επενδυτικών πόρων, δεν δημιουργούν συνθήκες ουσιαστικής βελτίωσης των ποιοτικών παραμέτρων του αναπτυξιακού υποδείγματος, αναβάθμισης δεξιοτήτων και δημιουργίας ποιοτικών θέσεων εργασίας.
• Οκτώ και πλέον χρόνια μετά την έξοδο της χώρας από τα προγράμματα οικονομικής προσαρμογής και παρά την επιστροφή της οικονομίας σε θετικούς ρυθμούς μεγέθυνσης, οι επιδόσεις της αγοράς εργασίας, αν και βελτιωμένες τα τελευταία έτη, συνεχίζουν να απέχουν αρκετά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ακόμη πιο ανησυχητικό, όμως, είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα, εξαιτίας θεσμικών και αναπτυξιακών εμπλοκών που παρουσιάζει, υπολείπεται σημαντικά ακόμη και έναντι κρατών-μελών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων σε μια σειρά κρίσιμους δείκτες της αγοράς εργασίας και των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων.
• Ενδεικτικά, το γ΄ τρίμηνο του 2025 το ποσοστό απασχόλησης στη χώρα μας διαμορφώθηκε στο 65,6%, επίπεδο 5,7 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο του μέσου όρου της ΕΕ και 8,5 και 0,8 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο του μέσου ποσοστού απασχόλησης στα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων αντίστοιχα. Το ίδιο διάστημα το ποσοστό υποαπόδοσης της αγοράς εργασίας στην Ελλάδα, αν και μειώθηκε στο 11,6%, παρέμεινε αρκετά υψηλότερο έναντι του μέσου ποσοστού των κρατών-μελών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (6,2%) και της Βαλκανικής (8%).
• Επιπλέον, το 2024 το ποσοστό των απασχολουμένων στους κλάδους της βιομηχανίας διαμορφώθηκε στη χώρα μας στο 12,2%, οριακά αυξημένο σε σχέση με το 2019, αλλά 0,9 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερο του 2009. Συγκρινόμενη με
την αντίστοιχη στα υπόλοιπα υπό εξέταση κράτη-μέλη της ΕΕ, η επίδοση αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό. Ειδικότερα, στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης το αντίστοιχο μέσο ποσοστό ήταν 23,2%, στις οικονομίες των Βαλκανίων 21,6%, ενώ στις χώρες της Περιφέρειας (Ισπανία, Πορτογαλία και Ιταλία) 17,3%. Αντίστοιχες αποκλίσεις εντοπίζονται και όσον αφορά το ποσοστό όσων εργάζονται σε κλάδους της μεταποίησης υψηλής και μέσης προς υψηλή τεχνολογία, καθώς και ευρύτερα σε κλάδους υψηλής τεχνολογίας.
• Σημαντικές, όμως, είναι και οι αποκλίσεις που αφορούν τις αποδοχές των εργαζομένων. Ειδικότερα, ενώ το 2009 ο μέσος ετήσιος μισθός στη χώρα μας σε όρους PPS (22.107) αντιστοιχούσε στο 91,8% του μέσου ευρωπαϊκού (24.087), το 2019 η αναλογία αυτή μειώθηκε στο 61,2% (18.204 στην Ελλάδα, έναντι 29.738 στην ΕΕ), ενώ το 2024 διαμορφώθηκε ακόμη χαμηλότερα στο 59,1% (21.486 στην Ελλάδα, έναντι 36.382 στην ΕΕ).
• Η εικόνα παραμένει εξίσου προβληματική, αν σταθμίζουμε τις συνολικές αποδοχές των μισθωτών με τις ώρες εργασίας τους. Ειδικότερα, το μέσο ωρομίσθιο των εργαζομένων σε όρους PPS ανερχόταν το 2024 στη χώρα μας σε 11,3, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,3, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 18,1 και στις οικονομίες της Περιφέρειας 20,4.
• Σημειώνεται ότι οι συνθήκες υποαμοιβής των μισθωτών στη χώρα μας σε σχέση με τις υπόλοιπες υπό εξέταση οικονομίες της ΕΕ είναι οριζόντιες, καλύπτοντας σχεδόν όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας. Ενδεικτικά, το 2024 στους κλάδους της Βιομηχανίας (πλην Κατασκευών) το μέσο ωρομίσθιο σε όρους PPS στην Ελλάδα διαμορφώθηκε σε 14,1, όταν στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ήταν 15,1, στα κράτη-μέλη των Βαλκανίων 15,2 και στις οικονομίες της Περιφέρειας 21,4. Επίσης, το ίδιο έτος στις υπηρεσίες οι ωριαίες αποδοχές των μισθωτών στην Ελλάδα σε όρους PPS αντιστοιχούσαν μόλις στο 72% του αντίστοιχου μέσου επιπέδου των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, στο 56,5% των κρατών-μελών των Βαλκανίων και στο 54,4% των οικονομιών της Περιφέρειας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι σημαντικές μισθολογικές αποκλίσεις μεταξύ Ελλάδας και άλλων κρατών-μελών της ΕΕ παρατηρούνται ακόμη και σε κλάδους, στους οποίους η χώρα μας εμφανίζει σχετικά υψηλή συγκέντρωση απασχόλησης, όπως ο κλάδος «Χονδρικό και λιανικό εμπόριο, επισκευή μηχανοκίνητων οχημάτων και μοτοσικλετών» και ο κλάδος «Δραστηριότητες υπηρεσιών παροχής καταλύματος και υπηρεσιών εστίασης».
• Οι χαμηλές επιδόσεις που καταγράφει η Ελλάδα σε σχέση με άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ όσον αφορά την εξέλιξη βασικών ποσοτικών και εισοδηματικών δεικτών της αγοράς εργασίας αντικατοπτρίζονται και σε αντίστοιχες αποκλίσεις σε μια σειρά μεγέθη που αποτυπώνουν το επίπεδο διαβίωσης πολιτών και εργαζομένων. Αν και είναι γεγονός ότι η χώρα μας εμφανίζει πλέον βελτιωμένες επιδόσεις σε αρκετούς δείκτες συνθηκών διαβίωσης, η απόσταση που τη χωρίζει με άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ σε ορισμένους από αυτούς παραμένει μεγάλη, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η απόσταση αυτή έχει αυξηθεί, παρά το πέρας της οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του 2010.
• Ενδεικτικά, το 2024 το ποσοστό των μισθωτών που διαβιούσαν σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης διαμορφώθηκε στη χώρα μας στο 21% και ήταν με διαφορά το υψηλότερο μεταξύ των 15 επιλεγμένων κρατών-μελών της ΕΕ, ξεπερνώντας κατά 12,6 ποσοστιαίες μονάδες τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αντίστοιχα, σε σχέση με τα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, το ποσοστό στη χώρα μας ήταν υψηλότερο κατά 16,1 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ σε σχέση με τις οικονομίες της Περιφέρειας κατά 11,8 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο. Μικρότερη (7,6 ποσοστιαίες μονάδες) ήταν η απόκλιση του ποσοστού των μισθωτών στη χώρα μας που διαβιούσαν το 2024 σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης σε σχέση με τα άλλα κράτη-μέλη της Βαλκανικής.
• Επιπλέον, στην Ελλάδα το 2024 το 18,5% των ατόμων που ζούσαν σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά δήλωναν ότι αδυνατούσαν να διατηρήσουν επαρκώς ζεστή την οικία τους, έναντι μέσου ποσοστού 12,9% στις οικονομίες της Περιφέρειας και 10,4% στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής, τα οποία μάλιστα τα τελευταία δεκαπέντε έτη έχουν καταγράψει αξιοσημείωτη μείωση των αντίστοιχων ποσοστών. Επίσης, το 2024 το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε σε νοικοκυριά με εξαρτώμενα παιδιά και αδυνατούσε να ανταποκριθεί σε μια σειρά πάγιες πληρωμές, όπως ενοίκιο ή δόση δανείου, λογαριασμοί νερού, ηλεκτρικού ρεύματος, δόσεις πιστωτικών καρτών κ.ά. διαμορφώθηκε στο υψηλό 46,6%. Σε σύγκριση με το αντίστοιχο μέσο ποσοστό στα κράτη-μέλη της Βαλκανικής, το ποσοστό αυτό ήταν υψηλότερο κατά 30 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ έναντι εκείνου στις οικονομίες της Περιφέρειας και στα κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης υψηλότερο κατά 34,6 και 40,3 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα.
• Από τα στοιχεία προκύπτει ότι στην Ελλάδα παγιώνεται μια τροχιά διαρθρωτικής απόκλισης, όπου οι αυξήσεις της παραγωγής και του ΑΕΠ δεν μεταφράζονται σε
ανάλογη βελτίωση των αποδοχών και των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει ένα δομικό πρόβλημα κοινωνικής και αναπτυξιακής σύγκλισης. Η συστηματική παρακολούθηση, αξιολόγηση και διόρθωση αυτών των αποκλίσεων αποτελεί, κατά την άποψή μας, μείζονα πρόκληση της ασκούμενης οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Και αυτό διότι σε μια περίοδο, που σε παγκόσμια κλίμακα διαμορφώνονται νέες ιεραρχίες ισχύος και ανταγωνισμού ως αποτέλεσμα ραγδαίων μεταβολών στο τεχνοοικονομικό υπόδειγμα των οικονομιών, σοβαρών γεω-οικονομικών ανακατατάξεων και ευρύτερων διαρθρωτικών μετασχηματισμών (δημογραφικό, ψηφιοποίηση, κλιματική κρίση κ.ά.), οι εν λόγω αποκλίσεις υπονομεύουν περαιτέρω την εύθραυστη ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, λειτουργώντας ως δυνητικοί καταλύτες μακροοικονομικής και χρηματοπιστωτικής αστάθειας και υποβάθμισης της κοινωνικής ευημερίας.
• Δυνητική εστία μακρο-χρηματοπιστωτικής αστάθειας εξακολουθεί να παραμένει και το στεγαστικό πρόβλημα, το οποίο έχει βρεθεί τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο του δημόσιου ενδιαφέροντος εξαιτίας, μεταξύ άλλων, της αύξησης που καταγράφουν οι δαπάνες στέγασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2024 στην Ελλάδα το ποσοστό δαπανών στέγασης στο διαθέσιμο εισόδημα ανερχόταν στο 35,5%. Η τιμή αυτή, αν και μειωμένη συγκριτικά με το 2019, παραμένει με διαφορά η υψηλότερη μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά στην Ελλάδα δαπανούσαν το 51,1% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για να καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες, ενώ τα τετραμελή νοικοκυριά που αποτελούνται από δύο ενήλικες με δύο εξαρτώμενα παιδιά δαπανούσαν το 34,8% του διαθέσιμου εισοδήματός τους. Οι επιδόσεις αυτές αποτελούν τις χειρότερες επιδόσεις μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.
• Τονίζεται ότι το 2024 στην Ελλάδα το ποσοστό του πληθυσμού που διαβιούσε σε νοικοκυριά όπου το στεγαστικό κόστος ήταν μεγαλύτερο του 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους (ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης) ανερχόταν στο 28,9%. Το ποσοστό αυτό, παρά την αποκλιμάκωσή του σε σχέση με το 2019 (36,2%), παραμένει το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.
• Αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις παρουσιάζει το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης του κόστους στέγασης ανάλογα με το καθεστώς ιδιοκτησίας της κατοικίας. Το 2024 το ποσοστό αυτό για τους ενοικιαστές ανερχόταν στο 37,4% (τρίτο υψηλότερο στην ΕΕ), ενώ για τα άτομα σε ιδιόκτητη κατοικία, χωρίς δάνειο
ή υποθήκη σε εκκρεμότητα, ήταν 25,7% (το υψηλότερο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ).
• Επιπρόσθετα, το κόστος στέγασης στη χώρα μας έχει δυσανάλογη επίδραση στην ευημερία των πολιτών διαφορετικής εισοδηματικής κατάστασης. Ενδεικτικά, το 2024 για τα άτομα που ανήκαν στο φτωχότερο εισοδηματικό πεμπτημόριο το ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης του κόστους στέγασης ανερχόταν στο 88,6% (έναντι 27,8% στην ΕΕ), ενώ για τα πλουσιότερα άτομα (5ο εισοδηματικό πεμπτημόριο) στο 1,4% (συγκριτικά με 0,7% στην ΕΕ).
• Σε επίπεδο περιφερειών, το υψηλότερο ποσοστό υπερβολικής επιβάρυνσης από το κόστος στέγασης εμφάνισαν το 2024 οι περιφέρειες Κεντρικής Μακεδονίας (35,7%), Πελοποννήσου (33,1%), Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης (31,9%), Βορείου Αιγαίου (31,7%) και Δυτικής Ελλάδας (31,5%). Στον αντίποδα, το ίδιο έτος τα χαμηλότερα ποσοστά επιβάρυνσης κατέγραψαν οι περιφέρειες Κρήτης (20,4%) και Νοτίου Αιγαίου (23,5%), ακολουθούμενες από τις περιφέρειες Ηπείρου (24,6%), Αττικής (26,5%) και Ιονίων Νήσων (26,9%). Κοντά στον μέσο όρο της χώρας κυμάνθηκαν, τέλος, τα αντίστοιχα ποσοστά στη Θεσσαλία (28%) και στις περιφέρειες Στερεάς Ελλάδας (28,6%) και Δυτικής Μακεδονίας (29,3%). Τονίζεται ότι οκτώ από τις δεκατρείς περιφέρειες της χώρας κατέγραψαν το 2024 υψηλότερα ποσοστά υπερβολικής επιβάρυνσης του στεγαστικού κόστους έναντι του 2021.

To πλήρες κείμενο της Ενδιάμεσης  Έκθεσης 2025 είναι διαθέσιμο στον ακόλουθο σύνδεσμο: https://www.inegsee.gr/ekdosi/endiamesi-ekthesi-ine-gsee-2025-i-elliniki-ikonomia-ke-i-apascholisi

Πηγή: “ΓΣΕΕ”

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Στέγαση: Γιατί γίνεται όλο και πιο δύσκολη – Τάσεις, πιέσεις και δομικά προβλήματα της ελληνικής αγοράς κατοικίας

Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα αποτυπώνεται ως μια βαθιά αναντιστοιχία, με τις τιμές της κατοικίας να αυξάνονται πολύ ταχύτερα από τα εισοδήματα και την αγορά να αναπτύσσεται χωρίς να καλύπτει τις πραγματικές στεγαστικές ανάγκες των νοικοκυριών, όπως καταγράφεται στη μελέτη της διαΝΕΟσις σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ.

Η στέγαση έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους πιο πιεστικούς παράγοντες της καθημερινότητας για τα ελληνικά νοικοκυριά. Ενοίκια, δόσεις δανείων, λογαριασμοί ενέργειας και φόροι απορροφούν πλέον ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος του εισοδήματος, αφήνοντας όλο και λιγότερο χώρο για βασικές ανάγκες και αποταμίευση. Το πρόβλημα δεν είναι ούτε συγκυριακό ούτε «εισαγόμενο». Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς αλυσίδας εξελίξεων, που ξεκινά από την οικονομική κρίση και φτάνει έως τις σύγχρονες πιέσεις της τουριστικής ανάπτυξης και της ενεργειακής μετάβασης.

Η νέα εκτενής μελέτη της διαΝΕΟσις, σε συνεργασία με το ΙΟΒΕ και με συντονιστή τον Νίκο Βέττα, επιχειρεί να αποτυπώσει με ακρίβεια το εύρος της στεγαστικής κρίσης στην Ελλάδα, να αναδείξει τους βασικούς παράγοντες που τη διαμορφώνουν και να χαρτογραφήσει τις πολιτικές επιλογές που υπάρχουν μπροστά.

Όταν η στέγη ξεπερνά το ένα τρίτο του εισοδήματος

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά δαπάνησαν κατά μέσο όρο το 35,5% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώνεται στο 19,2%. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες αποκλίσεις στην ΕΕ, που δεν αφορά μόνο τα χρόνια της κρίσης, αλλά επιμένει και στην περίοδο της ανάκαμψης.

Ακόμη πιο ανησυχητικός είναι ο δείκτης υπέρμετρης επιβάρυνσης: σχεδόν 3 στα 10 νοικοκυριά στις πόλεις δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για στέγη. Για τους ενοικιαστές, το πρόβλημα είναι εκρηκτικό: 6 στους 10 βρίσκονται πάνω από αυτό το όριο, ενώ ακόμη και οι ιδιοκτήτες με στεγαστικό δάνειο εμφανίζουν υψηλά ποσοστά οικονομικής ασφυξίας.

Η πίεση αυτή μεταφράζεται άμεσα στην καθημερινότητα. Το 2024, 42,8% των πολιτών ζούσαν σε νοικοκυριά με οφειλές σε ενοίκια, δάνεια ή λογαριασμούς κοινής ωφέλειας – έναντι μόλις 9,2% στην ΕΕ. Παράλληλα, περίπου 1 στα 10 νοικοκυριά καθυστερούσε πληρωμές ενοικίου ή στεγαστικού δανείου.

Από την κατάρρευση στην υπερθέρμανση της αγοράς

Η σημερινή εικόνα δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς την επιστροφή στη δεκαετία της κρίσης. Μετά το 2008, η ανεργία εκτινάχθηκε, η ζήτηση για κατοικίες κατέρρευσε και οι τιμές των αστικών ακινήτων μειώθηκαν πάνω από 30%. Οι τράπεζες περιόρισαν δραστικά τη χορήγηση στεγαστικών δανείων, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες ακίνητα πέρασαν σε καθεστώς διαχείρισης από funds και servicers.

Από το 2017 και μετά, η εικόνα αντιστράφηκε. Η οικονομική ανάκαμψη, η θεαματική άνοδος του τουρισμού και η είσοδος ξένων κεφαλαίων αναθέρμαναν την αγορά. Οι τιμές των κατοικιών άρχισαν να αυξάνονται ταχύτερα από τα εισοδήματα, μια τάση που δεν ανακόπηκε ούτε από την πανδημία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι άμεσες ξένες επενδύσεις στο real estate έφτασαν τα 2 δισ. ευρώ το 2024. Σε αυτό το περιβάλλον, εργαλεία όπως η Χρυσή Βίζα και η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων ενίσχυσαν περαιτέρω τη ζήτηση, κυρίως εις βάρος της μακροχρόνιας κατοικίας.

Λιγότερα δάνεια, λιγότερα σπίτια, περισσότερη πίεση

Την ίδια στιγμή, η χρηματοδότηση παραμένει ασθενής. Το 2024 εκταμιεύθηκαν στεγαστικά δάνεια ύψους 1,4 δισ. ευρώ, όταν το 2006 το αντίστοιχο ποσό ξεπερνούσε τα 15,5 δισ. ευρώ. Η αυστηρότερη τραπεζική πολιτική και τα υψηλά επιτόκια περιορίζουν την πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση, ιδίως για τους νεότερους.

Παράλληλα, ένα εντυπωσιακό απόθεμα κατοικιών παραμένει ανενεργό: 2,27 εκατ. κενές κατοικίες, δηλαδή το 35% του συνόλου. Αν και πολλές δεν είναι άμεσα αξιοποιήσιμες, η κλίμακα του φαινομένου αναδεικνύει τα δομικά προβλήματα της αγοράς.

Ποιοι πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα

Η στεγαστική κρίση δεν κατανέμεται ισότιμα. Πλήττει κυρίως:

  • Ενοικιαστές, που πληρώνουν το υψηλότερο ποσοστό εισοδήματος για στέγη.
  • Νεότερες ηλικίες, με χαμηλότερους μισθούς και περιορισμένη περιουσία.
  • Μονοπρόσωπα και μονογονεϊκά νοικοκυριά, όπου σχεδόν 2 στα 3 δαπανούν πάνω από το 40% του εισοδήματός τους για κατοικία.

Την ίδια ώρα, το ενεργειακό κόστος λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της πίεσης: Αυξάνει τους λογαριασμούς, αλλά και το κόστος κατασκευής και ανακαίνισης, μετακυλίοντας επιβαρύνσεις στους ενοικιαστές και τους αγοραστές.

Η αργή επιστροφή της στεγαστικής πολιτικής

Σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η Ελλάδα δεν διέθετε διαχρονικά ισχυρή στεγαστική πολιτική. Το κλείσιμο του ΟΕΚ το 2012 άφησε ένα θεσμικό κενό που μόλις πρόσφατα επιχειρείται να καλυφθεί. Τα τελευταία χρόνια εφαρμόζονται μέτρα αξιοποίησης κενών κατοικιών, περιορισμοί στις βραχυχρόνιες μισθώσεις, φορολογικά κίνητρα για ανακαινίσεις και προγράμματα όπως το «Σπίτι μου ΙΙ».

Ωστόσο, όπως επισημαίνει η μελέτη, οι παρεμβάσεις παραμένουν αποσπασματικές. Η ανάγκη για μια συνεκτική Εθνική Στρατηγική Στέγασης, με κεντρικό φορέα, αξιοποίηση δημόσιας γης και καλύτερο συντονισμό κράτους και αυτοδιοίκησης, αναδεικνύεται ως κρίσιμη προτεραιότητα.

Η στεγαστική κρίση δεν είναι απλώς ένα ακόμη κοινωνικό μέτωπο. Είναι ένας σιωπηρός «φόρος» που ροκανίζει το διαθέσιμο εισόδημα, συμπιέζει την κατανάλωση, αποδυναμώνει την αποταμίευση και μεταθέτει διαρκώς προς το μέλλον κρίσιμες αποφάσεις ζωής – από τη δημιουργία οικογένειας μέχρι την επαγγελματική εγκατάσταση. Όταν η κατοικία παύει να λειτουργεί ως αυτονόητη βάση ασφάλειας και γίνεται διαρκής αγωνία, οι ανισότητες βαθαίνουν και η οικονομία χάνει έδαφος, όχι μόνο σε ρυθμούς αλλά και σε προοπτική.

 

ΠΗΓΗ: «ΗΜΕΡΗΣΙΑ»

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Μισθός: Συμψηφισμός από τον εργοδότη εργαζόμενου με απαίτηση που έχει εναντίον του

Ο μισθός αποτελεί το κύριο μέσο βιοπορισμού του εργαζομένου. Για τον λόγο αυτό, ο νομοθέτης – και συμπληρωματικά τα ελληνικά δικαστήρια – έχουν θέσει αυστηρές προϋποθέσεις αναφορικά με τη δυνατότητα παρακράτησής του – ή μέρους αυτού – εκ μέρους του εργοδότη, για απαιτήσεις του κατά του εργαζομένου.

Κυρίως χωρεί συμψηφισμός μισθών εργαζομένου με απαιτήσεις του εργοδότη κατά του εργαζομένου λόγω αδικοπραξίας.

Θεσμικό Πλαίσιο

Άρθρο 440 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.,): “Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες”. Άρθρο 664 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.,): “Ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό σε απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του.

Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για το συμψηφισμό με απαίτηση ,που έχει ο εργοδότης, λόγω ζημίας που του προξένησε ο εργαζόμενος με δόλο, κατά την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας”.

Οι ως άνω διατάξεις που αφορούν στην απαγόρευση του συμψηφισμού είναι δημοσίας τάξεως και ως εκ τούτου, αντίθετες συμφωνίες μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου είναι άκυρες.

Άρθρο 914 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.,): “Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Νομολογία

Ενδεικτική η απόφαση του Άρειου Πάγου 284/2022 σχετικά με τον συμψηφισμό μισθού εργαζομένου με απαιτήσεις εργοδότη, σύμφωνα με την οποία:

Από τις διατάξεις των άρθρων 440 και 664 του Αστικού Κώδικα, συνάγεται ότι είναι δυνατή η απόσβεση ομοειδών, ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων δύο προσώπων, στην έκταση που καλύπτονται η μία με την άλλη, εφόσον το ένα πρόσωπο δηλώσει στο έτερο τη βούλησή του για το σκοπό αυτό.

Ο κανόνας κάμπτεται, κατ’ εξαίρεση, όταν πρόκειται για απαιτήσεις μισθολογικών παροχών.

Έτσι, δεν υπόκεινται σε συμψηφισμό προς απαίτηση του εργοδότη, μεταξύ άλλων, οι αποδοχές και τα επιδόματα άδειας, καθώς και τα επιδόματα εορτών, συμπεριλαμβανόμενα στην έννοια των, τεκμαιρόμενων ως αναγκαίων για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του, μισθολογικών παροχών, εκτός αν συντρέχει η εκτεθείσα εξαιρετική περίπτωση της προέλευσης της απαίτησης του εργοδότη από ζημία προκληθείσα εκ δόλου του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας του (ΑΠ 862/2019, ΑΠ 1269/2005).

Επομένως, αφού τεκμαίρεται ότι ο μισθός είναι αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζόμενου και της οικογένειάς του, δεν είναι αναγκαίο ο εργαζόμενος να προβάλει το γεγονός αυτό με αντένσταση στην ένσταση συμψηφισμού του εργοδότη, η οποία στρέφεται κατά της απαίτησης του για καταβολή του μισθού του και των αποδοχών του, που θεωρούνται ως μισθός, αντίθετα δε, ο προβάλλων την ένσταση συμψηφισμού εργοδότης, πρέπει να επικαλεστεί με την ένστασή του ότι η απαίτησή του προέρχεται από ζημία, που του προξένησε ο εργαζόμενος με δόλο, κατά την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας.

Δυνατότητα συμψηφισμού

Η νομολογία δέχεται ότι:

  • ο συμψηφισμός από απαιτήσεις κατά του εργαζομένου μπορεί να αφορά σε απαιτήσεις του εργοδότη από το επίδομα δώρου Πάσχα ή Χριστουγέννων, από την αποζημίωση αδείας ή από το επίδομα αδείας που όφειλε να καταβάλλει προς τον εργαζόμενό του (ΕφΑθ 4714/1996).
  • οι απαιτήσεις που έχει ο εργοδότης κατά εργαζομένου δεν συμψηφίζονται με τους μισθούς που του οφείλει όταν ο εργαζόμενος επικαλείται την ένσταση αυτή σε αντιδικία του με τον εργοδότη του (ΕφΑθ 4714/1996).

Στο ερώτημα περί του επιτρεπτού ή μη του συμψηφισμού του μισθού με απαιτήσεις του εργοδότη κατά του μισθωτού απαντάει κατ’ αρχήν η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 664 εδ. α ΑΚ.

Το μέρος του μισθού που θεωρείται ως αναγκαίο κρίνεται από το δικαστήριο, με συνυπολογισμό περισσότερων παραγόντων και δεν ταυτίζεται μόνο με το κατώτατο όριο αυτού· κρίσιμα κριτήρια είναι, για παράδειγμα, εάν ο εργαζόμενος λαμβάνει και άλλα εισοδήματα, εάν έχει οικογένεια και από πόσα μέλη αποτελείται αυτή κ.λ.π.

Ο εργοδότης έχει, στην περίπτωση αυτή, το βάρος να αποδείξει ότι το ποσό που προτείνεται για συμψηφισμό δεν είναι απαραίτητο για τη διαβίωση του εργαζομένου.

Επισημαίνεται ότι στην έννοια του μισθού περιλαμβάνεται οποιαδήποτε παροχή καταβάλλεται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο κατά τρόπο σταθερό, ως αντάλλαγμα για την εργασία του, ανεξαρτήτως εάν η παροχή αυτή προβλέπεται από τον νόμο ή τη σύμβαση εργασίας (ατομική ή συλλογική).

Ενδεικτικά, ως μισθός θεωρούνται τα διάφορα επιδόματα (π.χ. επίδομα Χριστουγέννων, Πάσχα, αδείας, επίδομα προϋπηρεσίας/τριετιών, επίδομα επικίνδυνης/ανθυγιεινής εργασίας), οι αμοιβές για υπερεργασία και υπερωρία (νόμιμη ή παράνομη), ακόμα και τα φιλοδωρήματα, όταν αυτά λαμβάνονται κατά τρόπο τακτικό και με τη συγκατάθεση (ρητή ή σιωπηρή) του εργοδότη.

Γενικά, οποιαδήποτε παροχή καταβάλλεται νόμιμα και τακτικά στον εργαζόμενο θεωρείται μισθός και δεν συμψηφίζεται.

Εξαίρεση από την απαγόρευση του συμψηφισμού εισάγει το εδάφιο β΄ του ίδιου άρθρου του Αστικού Κώδικα, κατά το οποίο επιτρέπεται ο συμψηφισμός απαιτήσεων που έχει ο εργοδότης έναντι του εργαζομένου λόγω ζημίας που ο τελευταίος προξένησε με δόλο κατά την εκτέλεση της εργασίας.

Όταν οι απαιτήσεις του εργοδότη στηρίζονται σε αδικοπραξία κατ’ άρθρο 914 Α.Κ. εκ μέρους του εργαζομένου, τότε υπόκεινται σε συμψηφισμό οι απαιτήσεις που έχει ο εργαζόμενος από οφειλόμενους μισθούς με τις ανταπαιτήσεις του εργοδότη από την τελεσθείσα αδικοπραξία, όπως ορίζει και το προαναφερθέν άρθρο 664 παρ. 2 του Α.Κ..

Εν προκειμένω, ακόμη και αν ο εργαζόμενος προβάλλει την ένσταση της διακινδύνευσης της διατροφής του ιδίου και της οικογένειάς του, η ένσταση αυτή θα απορριφθεί εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η ανταπαίτησή του οφείλεται σε αδικοπραξία εκ μέρους του εργαζομένου, π.χ. κλοπή αντικειμένων από το χώρο εργασίας, αθέμιτος ανταγωνισμός κ.λπ. (ΑΠ 1303/1976 ΕΕργΔ 36/209 και ΑΠ 196/1990 ΕΕργΔ 50/230).

Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί δόλος από τη μεριά του εργαζομένου, χρειάζεται ο ίδιος να στόχευε στην επέλευση της ζημίας αυτής στον εργοδότη, ή τουλάχιστον να την αποδέχτηκε.

Συνεπώς, ο συμψηφισμός του μισθού με απαιτήσεις του εργοδότη επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση και υπό αυστηρές προϋποθέσεις.

Οι πιο πάνω ρυθμίσεις

  • έχουν σκοπό την ιδιαίτερη προστασία του μισθού, ως μέσου διαβίωσης του εργαζομένου·
  • η δε προστασία αυτή αποτελεί βασική αρχή του εργατικού δικαίου, χωρίς να αφήνει περιθώρια παρέκκλισης των μερών με διαφορετικές συμφωνίες.

 

ΠΗΓΗ: «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ»

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Επίσημη τοπική αργία η εορτή της Υπαπαντής

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Καλαμάτας ενημερώνει όλους τους εργαζόμενους της πόλης μας ότι, σύμφωνα με το Προεδρικό Διάταγμα υπ’ αριθμ. 5/2025 (ΦΕΚ Α΄ 9 / 28.01.2025), η 2α Φεβρουαρίου, ημέρα εορτής της Παναγίας της Υπαπαντής, Πολιούχου και Προστάτιδας της Καλαμάτας, καθιερώνεται ως επίσημη τοπική αργία για τον Δήμο Καλαμάτας και κατά συνέπεια την ημέρα αυτή θα πρέπει να τηρηθεί η ισχύουσα νομοθεσία.

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Κατώτατος μισθός: Μικρές αυξήσεις, μεγάλες απώλειες για τους εργαζόμενους

Η προβλεπόμενη αύξηση των 40 έως 50 ευρώ μεικτά –δηλαδή περίπου 25 έως 30 ευρώ καθαρά– δεν συνιστά ουσιαστική ανακούφιση για τους 575.000 χαμηλόμισθους του ιδιωτικού τομέα και τους εργαζόμενους στο Δημόσιο.

Σε φάση «επίσημων διαβουλεύσεων» εισέρχεται η διαδικασία αναπροσαρμογής του κατώτατου μισθού, με την κυβέρνηση να προαναγγέλλει την 5η συνεχόμενη αύξηση από το 2019. Πίσω όμως από τους αριθμούς και τις πανηγυρικές διαρροές, κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: οι αυξήσεις παραμένουν κατώτερες των αναγκών και δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν τη συνεχιζόμενη ακρίβεια και τη δραματική απώλεια αγοραστικής δύναμης.

Η προβλεπόμενη αύξηση των 40 έως 50 ευρώ μεικτά –δηλαδή περίπου 25 έως 30 ευρώ καθαρά– δεν συνιστά ουσιαστική ανακούφιση για τους 575.000 χαμηλόμισθους του ιδιωτικού τομέα και τους εργαζόμενους στο Δημόσιο. Με την αύξηση αυτή ο κατώτατος μισθός από τα 880 ευρώ σήμερα θα ανέλθει σε επίπεδα 920 έως 930 ευρώ μεικτά.

Την ώρα που το κόστος στέγασης, ενέργειας και βασικών αγαθών έχει εκτοξευθεί, η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει ως «γενναία παρέμβαση» μια προσαρμογή που εξανεμίζεται πριν καν φτάσει στην τσέπη του εργαζόμενου.

Για την διετία 2026- 2027 θα ακολουθηθεί η υφιστάμενη διαδικασία διαμόρφωσης των κατώτατων αποδοχών. Η Επιτροπή Συντονισμού της διαβούλευσης αποστέλλει έγγραφη πρόσκληση προς τους εξειδικευμένους επιστημονικούς και ερευνητικούς φορείς, οι οποίοι καλούνται να συντάξουν και να υποβάλουν έκθεση αξιολόγησης του ισχύοντος νομοθετημένου κατώτατου μισθού. Ακολουθεί η διαβίβαση των υπομνημάτων και της τεκμηρίωσης κάθε διαβουλευόμενου προς τους εκπροσώπους των κοινωνικών εταίρων, με πρόσκληση για προφορική διαβούλευση.

Στη συνέχεια, το σύνολο των υπομνημάτων και των εκθέσεων αποστέλλεται στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών για τη σύνταξη του σχεδίου πορίσματος της διαβούλευσης. Η διαδικασία ολοκληρώνεται με την υποβολή της εισήγησης της υπουργού Εργασίας προς το υπουργικό συμβούλιο, για τον τελικό καθορισμό του κατώτατου μισθού των υπαλλήλων και του κατώτατου ημερομισθίου των εργατοτεχνιτών έως το Μαρτίου για την εφαρμογή του κατώτατου μισθού από την 1η Απριλίου.

Η συζήτηση για το ύψος της αύξησης επηρεάζεται από τρεις βασικούς παράγοντες. Ο πρώτος αφορά την επίμονη ακρίβεια και την ανάγκη στήριξης της αγοραστικής δύναμης των χαμηλόμισθων, οι οποίοι πλήττονται δυσανάλογα από τις ανατιμήσεις. Ο δεύτερος συνδέεται με την επανενεργοποίηση των συλλογικών συμβάσεων, η οποία εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε ευρύτερες μισθολογικές αυξήσεις και θα συμπαρασύρει ανοδικά και τον κατώτατο μισθό. Ο τρίτος παράγοντας αφορά το πολιτικό χρονοδιάγραμμα, καθώς η κυβέρνηση επιδιώκει να έχει διαμορφώσει έναν αισθητά υψηλότερο κατώτατο μισθό έως την άνοιξη του 2027.

Δημόσιοι υπάλληλοι και ένστολοι

Ο αναπροσαρμοσμένος κατώτατος μισθός ισχύει ενιαία για ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Ειδικά στο Δημόσιο, η αύξηση θα ενσωματωθεί οριζόντια στους βασικούς μισθούς όλων των μισθολογικών κλιμακίων και σε όλες τις κατηγορίες προσωπικού (ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ). Οι δημόσιοι υπάλληλοι θα δουν αύξηση περίπου 40 ευρώ τον μήνα λόγω της ανόδου του κατώτατου μισθού. Στους ένστολους, οι αυξήσεις θα κυμανθούν ανάλογα με τη βαθμίδα: για ανώτερους αξιωματικούς +276 ευρώ, για υπαξιωματικούς +128 ευρώ και για κατώτερες κατηγορίες +103 ευρώ τον μήνα. Στην Αστυνομία, η μέση αύξηση εκτιμάται στα 111 ευρώ.

Η αναπροσαρμογή του κατώτατου μισθού συνδέεται άμεσα και με τις φορολογικές ελαφρύνσεις που τίθενται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2026. Η μείωση της μηνιαίας παρακράτησης φόρου για μισθωτούς και συνταξιούχους αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω το καθαρό εισόδημα, ενώ ιδιαίτερα ευνοημένοι θα είναι οι νέοι εργαζόμενοι έως 30 ετών που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό. Για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ, οι εργαζόμενοι έως 25 ετών θα έχουν μηδενική φορολογική επιβάρυνση, γεγονός που μεταφράζεται σε αισθητή αύξηση των καθαρών αποδοχών.

Συμπιεσμένοι οι μέσοι μισθοί

Παρά τις διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού, οι μέσες αποδοχές στην οικονομία παραμένουν σε μεγάλο βαθμό «συμπιεσμένες», όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος. Ένα περιορισμένο μόνο μέρος των αυξήσεων στα κατώτατα όρια μεταφέρεται προς τα ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια. Βασικοί παράγοντες που λειτουργούν ως «φρένο» αποτελούν η περιορισμένη κάλυψη από κλαδικές συλλογικές συμβάσεις και η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η ανάλυση του ΟΟΣΑ, ο οποίος στην πρόσφατη έκθεσή του επισημαίνει ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε οι μισθολογικές αυξήσεις να μην υπερβαίνουν την εξέλιξη της παραγωγικότητας. Η Τράπεζα της Ελλάδος υπογραμμίζει ότι η χώρα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου σε όρους παραγωγικότητας, γεγονός που καθιστά τις αυξήσεις μισθών πιο ευάλωτες σε πληθωριστικές πιέσεις και επιβαρύνσεις στο κόστος παραγωγής. Από το 2028 αλλάζει ο τρόπος καθορισμού του κατώτατου μισθού.

Κομβική αλλαγή στη μισθολογική πολιτική έρχεται από το 2028, όταν ο κατώτατος μισθός θα καθορίζεται μέσω ενός μαθηματικού τύπου, βασισμένου σε αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια, στο πλαίσιο της ενσωμάτωσης της ευρωπαϊκής οδηγίας για επαρκείς κατώτατους μισθούς. Ο νέος μηχανισμός θα λαμβάνει υπόψη τον πληθωρισμό, με ιδιαίτερη έμφαση στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, καθώς και την αύξηση της παραγωγικότητας της ελληνικής οικονομίας, με τα σχετικά δεδομένα να παρέχονται από την ΕΛΣΤΑΤ.

Το νέο σύστημα εισάγει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα και ασφάλεια, καθώς προβλέπεται ρητά ότι ο κατώτατος μισθός δεν μπορεί να μειωθεί, ενώ για πρώτη φορά η προστασία επεκτείνεται και στους εργαζόμενους στο Δημόσιο. Παράλληλα, ενισχύεται θεσμικά ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων μέσω ειδικής Επιτροπής Διαβούλευσης, ιδίως σε περιπτώσεις σοβαρών οικονομικών αναταράξεων που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν παρέκκλιση από τον αυτόματο μηχανισμό αναπροσαρμογής.

 

ΠΗΓΗ: «4PRESS»

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Βία στην εργασία: Μέτρα αντιμετώπισης από επιχειρήσεις

Το νέο υπόδειγμα πολιτικής για την αντιμετώπιση του προβλήματος περιγράφεται σε Υπουργική Απόφαση (95/2026), που ενσωματώνει διατάξεις του πρόσφατου εργατικού νόμου και του νέου Κώδικα Εργατικού Δικαίου (αρ. 62).

Η προστασία καλύπτει εργαζόμενους ανεξάρτητα από το συμβατικό καθεστώς πρόσληψης, όπως είναι οι απασχολούμενοι με σύμβαση έργου, ανεξαρτήτων υπηρεσιών, έμμισθης εντολής, απασχολούμενοι μέσω τρίτων παρόχων υπηρεσιών, ασκούμενοι, μαθητευόμενοι. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται οι εθελοντές, οι εργαζόμενοι των οποίων η σχέση εργασίας έχει λήξει, άτομα που αιτούνται εργασία, ακόμα και εργαζόμενοι στην άτυπη (μαύρη) οικονομία.

Η πολιτική που πρέπει να ακολουθείται περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον:

  • Εκτίμηση κινδύνων βίας και παρενόχλησης στην εργασία, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της δραστηριότητας, τη θέση εργασίας και παράγοντες όπως φύλο, ηλικία ή άλλα χαρα κτηριστικά διάκρισης.
  • Μέτρα πρόληψης, ελέγχου και αντιμε τώπισης των κινδύνων, καθώς και παρακολούθησης περιστατικών.
  • Ενέργειες ενημέρωσης και ευαι- σθητοποίησης του προσωπικού.
  • Πληροφόρηση για δικαιώματα και υποχρεώσεις εργαζομένων και εργοδότη σε περίπτωση πε- ριστατικών.
  • Ορισμός προσώ που αναφοράς (συνδέσμου) για την καθοδήγηση και ενημέρω ση των εργαζομένων.
  • Προστα σία θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας με κάθε πρόσφορο μέσο ή εύλογη προσαρμογή.
  • Διαύλους επικοινωνίαςγια την υποδοχή και ταγγελιών και ορισμό αρμόδιων προσώπων. ΟΔιαδικασία έρευνας και εξέτασης καταγγελιών με αμε- ροληψία, εμπιστευτικότητα και προστασία προσωπικών δεδομέ νων.
  • Απαγόρευση αντιποίνων σε βάρος του θιγόμενου.
  • Συνέ πειες επί διαπίστωσης παραβιά- σεων.
  • Συνεργασία με αρμόδιες αρχές και παροχή πληροφοριών.

Οι πρωτοβουλίες πρέπει να ενσωματωθούν στον Κανονισμό Εργασίας των επιχειρήσεων.

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Έως το 35% του εισοδήματος για το κόστος ενοικίασης

Οι αγγελίες δείχνουν αύξηση 7,2%, σύμφωνα με ανάλυση από το «Spitogatos insights». Αν και υπάρχουν τα πολύ φθηνά και τα πολύ ακριβά, οι μέσες τιμές για ποιοτικά ακίνητα, όπως τις έχει αναλύσει το «Global Property Guide», είναι στην Αθήνα 650 ευρώ για διαμέρισμα με 1 υπνοδωμάτιο, 880 ευρώ για δύο υπνοδωμάτια και 1.200 ευρώ για διαμέρισμα με τρία.

Στη Θεσσαλονίκη, οι τιμές πέφτουν σημαντικά στα 520 ευρώ για ένα δωμάτιο, 680 ευρώ για δύο και 800 ευρώ για τρία. Στην ανάλυση εξετάστηκαν η Αθήνα, που είναι και η πιο ακριβή, η Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο, η Πάτρα, ο Βόλος και η Καβάλα. Η τελευταία ήταν και η φθηνότερη με τιμές 400 ευρώ για ένα υπνοδωμάτιο, στα 480 ευρώ για τα δύο και 550 ευρώ για τα τρία υπνοδωμάτια. Ξανά, αυτές είναι μέσες τιμές ποιοτικών διαμερισμάτων, όπως τις αναλύουν τα διεθνή γραφεία.

Υπάρχουν σημαντικά φθηνότερες επιλογές, αν κάποιος είναι διατεθειμένος να κάνει συμβιβασμούς. Παράδειγμα στις αγγελίες του Ιανουαρίου, τα 100 τ.μ. στα Πατήσια της Αθήνας μπορεί να κοστίζουν 700 ευρώ για ένα ακίνητο κατασκευής του 1961, σε χαμηλό όροφο και χωρίς έξτρα παροχές, ενώ φτάνουν έως και τα 1.300 ευρώ για ακίνητο του 1980 (100 τ.μ.), ανακαινισμένο το 2024, σε υψηλό όροφο με θέα και όλες τις σύγχρονες ανέσεις.

Το ρεύμα είναι άλλη μία κατηγορία, όπου οι επιλογές που έχει κάνει το κάθε νοικοκυριό επηρεάζουν πολύ τα μηνιαία έξοδα. Παράδειγμα, χρησιμοποιείται μόνο ρεύμα ή και φυσικό αέριο; Υπάρχει ηλιακός θερμοσίφωνας ή όχι; Καθώς το κάθε νοικοκυριό είναι μοναδικό, στο παράδειγμα χρησιμοποιείται η πιο συνηθισμένη επιλογή για αποκλειστικά ηλεκτρικό ρεύμα και με την ύπαρξη ηλιακού θερμοσίφωνα. Σύμφωνα με τους ειδικούς της ενέργειας, το μέγεθος της κατοικίας, ο αριθμός των μελών του νοικοκυριού και οι συνήθειές τους είναι τα «κλειδιά» για τη διαμόρφωση του μηνιαίου κόστους.

Για ένα σπίτι 50 τ.μ., μέσος λογαριασμός ρεύματος κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 50-100 ευρώ τον μήνα, ανάλογα με την κατανάλωση (περίπου 300-500 kWh/μήνα), για 80 τ.μ. το κόστος ανεβαίνει στα 60 με 150 ευρώ τον μήνα, ενώ για 100 τ.μ. φτάνει συνήθως στα 80 με 200 ευρώ. Οπως επισημαίνουν οι ειδικοί, το να βάζεις το κόστος ρεύματος σε κατηγορίες με βάση μόνο τα τετραγωνικά μίας κατοικίας είναι παγίδα, καθώς η ίδια κατοικία μπορεί να έχει πολύ διαφορετική κατανάλωση, ανάλογα με το πλήθος των μελών του κάθε νοικοκυριού.

Η γενική εκτίμηση είναι αύξηση τιμής κατά περίπου 15-25% για κάθε μέλος. Επίσης, ειδικά στα μικρότερα διαμερίσματα και ακόμα περισσότερο στα μονοπρόσωπα νοικοκυριά, μεγάλη επίπτωση στον λογαριασμό έχουν οι συνήθειες του καθενός. Παράδειγμα, κάποιος που μένει εντός οικίας για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας και κάνει χρήση των ηλεκτρικών συσκευών του, π.χ. ένας συνταξιούχος ή κάποιος που εργάζεται από το σπίτι, θα έχει μεγαλύτερο λογαριασμό από κάποιον που λείπει από την οικία του και δεν χρησιμοποιεί τις συσκευές του.

Για το κόστος των κοινοχρήστων, ανά διαμέρισμα, είναι σημαντικό πως δεν υπάρχει ένα σταθερό μέσο κόστος, αλλά ένα εύρος που εξαρτάται από τις ανάγκες της κάθε πολυκατοικίας. Νεότερες οικοδομές έχουν μικρότερες ανάγκες συντήρησης και σε μεγαλύτερες πολυκατοικίες το κόστος μοιράζεται σε περισσότερους κατοίκους, άρα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι μικρότερο. Αντίθετα, σε παλαιότερες και μικρότερες πολυκατοικίες το κόστος ανεβαίνει σημαντικά ανά διαμέρισμα. Σύμφωνα με μεγάλη εταιρία που δραστηριοποιείται στον χώρο, οι τιμές ξεκινούν από πολύ χαμηλά ποσά (π.χ., 5€) για απλές διαχειριστικές υπηρεσίες έως και πολλαπλάσια για πλήρη διαχείριση και υψηλές ενεργειακές απαιτήσεις, ενώ οι υπηρεσίες διαχείρισης ξεκινούν από 40€/μήνα.

Συνολικό κόστος στέγασης

Δεδομένου πως η κάθε κατηγορία εξόδων έχει πολλές επιλογές για τους κατοίκους ενός διαμερίσματος, είναι δύσκολη η απευθείας σύγκριση. Πραγματικά παραδείγματα που δίνουν οι μεσίτες δείχνουν πως το κόστος απογειώνεται για τα μεγαλύτερα νοικοκυριά. Προσοχή ότι χρησιμοποιούνται μόνο τα έξοδα για ενοίκιο, κοινόχρηστα, ρεύμα, πετρέλαιο/φυσικό αέριο, τηλεφώνου/Ιντερνετ και όπου υπάρχει το κόστος ύδρευσης. Προφανώς υπάρχουν πάντα πρόσθετα και έκτακτα έξοδα ή άλλες πηγές εσόδων, μοναδικά σε κάθε νοικοκυριό που δεν μπορούν να μπουν σε σύγκριση.

 

ΠΗΓΗ: «ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ»

by Εργατικό Κέντρο

Ανακοινώσεις  ·  Ανακοίνωση
Αυξημένες οι ανάγκες για εργατικά χέρια από το εξωτερικό

Στις 92.000 αναμένεται να ανέλθουν οι θέσεις εργασίας που θα προταθούν από τις Περιφέρειες πανελλαδικά για να καλυφθούν από μετακλητούς εργαζόμενους, κυρίως από τρίτες χώρες.

Η ΣΧΕΤΙΚΗ έγκριση της εν λόγω πρότασης του υπουργείου Εργασίας δόθηκε στο τελευταίο Υπουργικό Συμβούλιο. Έτσι, αναμένεται να δημοσιευθεί σε ΦΕΚ, κάτι που θα συμβεί τις αμέσως επόμενες ημέρες, ώστε να ξεκινήσει η διαδικασία, για να καλυφθούν τα τεράστια κενά που υπάρχουν. Τα περισσότερα εντοπίζονται και πάλι στον πρωτογενή τομέα παραγωγής και ειδικά στις αγροτικές εργασίες.

Η προσπάθεια που θα καταβληθεί το 2026 επικεντρώνεται στο να έρθουν στην Ελλάδα εργαζόμενοι από το εξωτερικό με μεγαλύτερη ταχύτητα και άρα να «πιάσουν δουλειά» νωρίτερα από κάθε άλλη χρονιά. Το 2025 είχαν προκηρυχθεί 89.290 θέσεις εργασίας και εκτιμάται ότι καλύφθηκαν λίγο περισσότερες από τις 45.000, στο σύνολο του έτους.

Το 2026, υπολογίζεται ότι θα προκηρυχθούν 2.500-3.000 περισσότερες θέσεις εργασίας, ενδεικτικό της αυξημένης ανάγκης που καταγράφεται για πρόσθετο εργατικό δυναμικό, ειδικά στην επαρχία και στον αγροτικό του μέσα παραγωγής, αλλά και στον κατασκευαστικό -τεχνικό κλάδο.

Φέτος, αναμένεται να ενεργοποιηθούν όμως και οι όποιες βελτιώσεις θα ενσωματωθούν στο σχέδιο νόμου του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, σχετικά με τη διευκόλυνση που λιτών από τρίτες χώρες να εργαστούν στην Ελλάδα. Στόχος είναι να περιοριστούν γραφειοκρατικά προβλήματα που έχουν εντοπιστεί και να επιταχυνθεί η διαδικασία έγκρισης της νόμιμης διαμονής στη χώρα, άρα και της εργασίας. Το νομοσχέδιο έχει ήδη τεθεί σε δημόσια διαβούλευση και μαζί με τις όποιες αλλαγές -προσθήκες γίνουν, εκτιμάται ότι θα γίνει νόμος του κράτους το αργότερο έως τις αρχές Φεβρουαρίου.

Οι συμβάσεις που θα υπογραφούν θα είναι είτε εξαρτημένης εργασίας είτε εποχιακής απασχόλησης, ανάλογα με τις συμφωνίες που θα προκύψουν. Άλλωστε, ένα μέρος από τους μετακλητούς εργαζόμενους απασχολείται και σε επαγγέλματα που σχετίζονται με τον τουρισμό και την εστίαση και τα οποία λόγω της φύσης της εργασίας έχουν εποχικότητα, κατά τη θερινή τουριστική περίοδο.

Αναμένεται όμως να καταγραφεί αύξηση και για θέσεις εργασίας «υψηλής εξειδίκευσης» που θα προταθούν ξανά για τη νέα χρονιά. Το 2025, υπολογίστηκαν περίπου σε 2.000 αυτές οι θέσεις, που ασφαλώς προσφέρουν υψηλότερες αμοιβές ως πρόσθετο κίνητρο. Για το 2026, η εκτίμηση που υπάρχει είναι ότι αυτές οι θέσεις θα είναι σημαντικά αυξημένες, ενδεικτικό τόσο των ελλείψεων που έχουν προκύψει όσο και του ενδιαφέροντος που υπάρχει από τις επιχειρήσεις για να εντοπίσουν και να προσλάβουν από το εξωτερικό εργαζομένους με δεξιότητες, που δεν έχουν καταφέρει να βρουν στην εγχώρια αγορά εργασίας.

Αρκετές από τις θέσεις εργασίας που θα προταθούν, αναμένεται να καλυφθούν από εργαζομένους από χώρες όπως είναι το Μπαγκλαντές και η Αίγυπτος, όπως συνέβη και κατά τη φετινή χρονιά.

Εξειδικευμένοι

Όμως, ειδικοί στην Κοινωνική Ασφάλιση, εντοπίζοντας τα περίπου 300.000 κενά σε θέσεις εργασίας που υπάρχουν, διαπιστώνουν πως στην Ελλάδα αρχίζει να αλλάζει το επίπεδο των μετακλητών εργαζόμενων που χρειάζονται οι επιχειρήσεις. Φαίνεται ότι αυξάνονται οι ανάγκες για πιο εξειδικευμένους εργαζόμενους, τα λεγόμενα «ταλέντα» με δεξιότητες στον χώρο που επιθυμούν να απασχοληθούν. Σε αυτό το πεδίο, οι επιχειρήσεις φαίνεται ότι επιδιώκουν να κινηθούν με μεγαλύτερη ταχύτητα, ώστε να προσελκύσουν πιο γρήγορα και με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα τους εργαζομένους που τους είναι απαραίτητοι για να καλύψουν συγκεκριμένες θέσεις εργασίας, που μπορεί να θεωρούνται κομβικής σημασίας για την περαιτέρω ανάπτυξή τους.

Στον τομέα της βιομηχανίας και των logistics έχει εμφανιστεί η συγκεκριμένη τάση, ενώ κάτι ανάλογο αρχίζει να διαπιστώνεται και στον τουρισμό, αλλά και στις κατασκευές. Μπορεί οι ανάγκες για ανειδίκευτη εργασία να παραμένουν αμείωτες, ωστόσο φαίνεται ότι αυξάνεται η επιθυμία και για εύρεση εργαζομένων που θα μπορούν να καλύψουν πιο εξειδικευμένες μορφές απασχόλησης, κάτι που αναμένεται να αποτυπωθεί στα φετινά αιτήματα για μετακλήσεις από το εξωτερικό.

 

ΠΗΓΗ: «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ»

by Εργατικό Κέντρο

‹ Previous12345678Next ›Last »
Page 4 of 187


Πλοήγηση

Αρχική
Σκοπός
Διοίκηση
Σωματεία μέλη
Επικοινωνία

Επισκέπτης

Όροι χρήσης
Πολιτική Cookies

Επικοινωνία

ekkal@otenet.gr
Διεύθυνση: Αριστομένους 95
Τηλ: 27210 26662 | 27210 90411
Fax: 27210 90411

Facebook
ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
ΓΣΕΕ
ΙΝΕ-ΓΣΕΕ
ΚΕΠΕΑ
ΚΑΝΕΠ
ΕΕΚΕ
Ο ΣΥΝΗΓΟΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ
ΟΑΕΔ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
©2021 Designed by Tasios Designs! All rights reserved.