


AΡΙΘΜ.ΠΡΩΤ: 266 ΚΑΛΑΜΑΤΑ, 14/11/2025
ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 2025
Το Εργατικό Κέντρο Καλαμάτας αποδίδει φόρο τιμής σε όσους θυσίασαν τη ζωή τους ως προσφορά στον αγώνα για τη δημοκρατία, την ελευθέρια και την κοινωνική δικαιοσύνη.
Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου αποτελούν μία κορυφαία στιγμή στην Ιστορία των κοινωνικών αγώνων και κινημάτων, σηματοδοτώντας τον διαρκή αγώνα για ίσα δικαιώματα στην εργασία και στη ζωή.
Τα αιτήματα του Πολυτεχνείου καθίστανται επίκαιρα και διαχρονικά.
Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά είναι επιτακτική η ανάγκη η σημερινή γενιά να μην πάει χαμένη.
Το συνδικαλιστικό κίνημα της χώρας μας μόνο ενωμένο και δυνατό θα μπορέσει να διεκδικήσει καλύτερες συνθήκες εργασίας, αυξήσεις μισθών, υπογραφή συλλογικών συμβάσεων, διεκδικώντας μία ζωή με αξιοπρέπεια.
Τιμούμε την ημέρα αυτή που αποτελεί σύμβολο αγώνα, ελευθερίας και δημοκρατίας.
ΚΑΛΟΥΜΕ ΌΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΝΑ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ ΣΤΙΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΜΝΗΜΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ ΠΟΥ ΘΑ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ
ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ, 17 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2025.

Οι δημογραφικές δυνάμεις έχουν καθοριστική επίδραση οικονομίες και τις κοινωνίες μας» προειδοποίησε ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ Mathias Cormann, μιλώντας στο 2ο Ετήσιο Συνέδριο του Κέντρου Κρήτης του ΟΟΣΑ για τη δυναμική των πληθυσμών. Όπως τόνισε, οι μεταβολές στον πληθυσμό «διαμορφώνουν τη ζήτηση, τις αποταμιεύσεις, τις επενδύσεις, την υγειονομική περίθαλψη, την εκπαίδευση και τη στέγαση», επηρεάζοντας παράλληλα τις αγορές εργασίας.
Σημείωσε ότι οι ελλείψεις δεξιοτήτων αυξάνονται διεθνώς, εν μέρει λόγω της πτώσης των γεννήσεων, ενώ η γήρανση του πληθυσμού εντείνει τις πιέσεις στους τομείς υγείας και μακροχρόνιας φροντίδας. Παράλληλα, τα συνταξιοδοτικά συστήματα δέχονται αυξανόμενη πίεση, καθώς ο λόγος των ηλικιωμένων προς τον ενεργό πληθυσμό συνεχίζει να αυξάνεται. «Το 2000 υπήρχαν 22 άτομα άνω των 65 ετών για κάθε 100 ανθρώπους σε ηλικία εργασίας. Σήμερα είναι 33 και έως το 2050 θα φτάσουν τους 52», ανέφερε.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, η μείωση της συμμετοχής στην απασχόληση λόγω της γήρανσης θα περιορίσει την αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ από 1% ετησίως την περίοδο 2006-2019 σε 0,6% μεταξύ 2024 και 2060. «Αυτό σημαίνει ότι, εξαιτίας της γήρανσης, το επίπεδο του κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2060 θα είναι κατά 14% χαμηλότερο απ’ ό,τι θα ήταν χωρίς αυτήν την τάση» τόνισε. Την ίδια στιγμή, τα φορολογικά έσοδα αναμένεται να μειωθούν, ενώ οι δημόσιες δαπάνες για συντάξεις, υγεία και φροντίδα θα αυξηθούν.
Ο ίδιος παρουσίασε τρεις βασικές κατευθύνσεις πολιτικής. Πρώτον, «καθώς ζούμε περισσότερο και πιο υγιεινά, μπορούμε να εργαζόμαστε περισσότερο» σημείωσε, επισημαίνοντας ότι μόλις το 56% των ανθρώπων ηλικίας 60-64 ετών εργάζεται στις χώρες του ΟΟΣΑ. Πρότεινε την αύξηση της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης και την κατάργηση των αντικινήτρων για συνέχιση της εργασίας. Δεύτερον, κάλεσε τις κυβερνήσεις να στηρίξουν ενεργά την υγεία και την εκπαίδευση των μεγαλύτερων εργαζομένων: «Χρειάζονται επενδύσεις στην πρόληψη και την επανειδίκευση, ώστε οι εργαζόμενοι να παραμένουν υγιείς και παραγωγικοί σε όλη τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου». Τρίτον, αναφέρθηκε στην ανάγκη αξιοποίησης των «ανεκμετάλλευτων δεξαμενών ταλέντου» των γυναικών, των νέων και των μεταναστών.
«Η αύξηση της συμμετοχής των γυναικών στο επίπεδο των ανδρών θα μπορούσε να περιορίσει κατά το ήμισυ την επιβράδυνση της ανάπτυξης λόγω της γήρανσης» εξήγησε, προσθέτοντας ότι αυτό θα ισοδυναμούσε με αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως έως το 2060.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον ρόλο της τεχνολογίας: «Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να καταστήσει την εργασία λιγότερο επίπονη και πιο αποδοτική, αλλά απαιτείται σωστή εκπαίδευση για να αξιοποιηθεί αποτελεσματικά».
ΠΗΓΗ: «DEAL NEWS»
Αντιμέτωπη με διπλή πρόκληση η Ελλάδα, γήρανση του πληθυσμού και χαμηλή παραγωγικότητα Η γήρανση του εργατικού δυναμικού, οι επιπτώσεις της στην παραγωγικότητα και ο ρόλος της τεχνολογίας στην προσαρμογή των Οικονομιών βρέθηκαν στο επίκεντρο του 2ου Ετήσιου Συνεδρίου του Κέντρου Κρήτης του ΟΟΣΑ για τη Δυναμική των Πληθυσμών.
«Δεν είναι βάρος η γήρανση, είναι ευκαιρία»
Συγκεκριμένα, η κ. Βίβιαν Κουτσογεωργοπούλου, Senior Economist στον ΟΟΣΑ, παρουσίασε τη μελέτη της για τη σχέση ανάμεσα στη γήρανση του εργατικού δυναμικού και στην παραγωγικότητα. Όπως προέκυψε από την μελέτη, οι εργαζόμενοι στις χώρες του ΟΟΣΑ γερνούν λόγω δημογραφικών μεταβολών, καλύτερης υγείας και μεταρρυθμίσεων που καθυστερούν τη συνταξιοδότηση, ενώ ταυτόχρονα η παραγωγικότητα επιβραδύνεται.
Η ανάλυση αποκαλύπτει ότι οι επιπτώσεις της γήρανσης διαφέρουν ανά κλάδο. Η γήρανση μειώνει την παραγωγικότητα σε τομείς υψηλής έντασης δεξιοτήτων ή τεχνολογίας, αλλά την ενισχύει σε κλάδους με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και ισχυρή ζήτηση εργασίας. Η ασυμφωνία δεξιοτήτων επιδεινώνει τις αρνητικές επιδράσεις, περιορίζοντας την προσαρμοστικότητα των μεγαλύτερων εργαζομένων.
Ακόμα, τόνισε ότι η προώθηση της υγιούς γήρανσης αποτελεί θεμέλιο για πιο βιώσιμες Οικονομίες και κοινωνίες. Η μακροβιότητα, είπε, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως βάρος, αλλά ως ευκαιρία για ανάπτυξη και κοινωνική συνοχή – μέσα από αποτελεσματική πρόληψη και προαγωγή της υγείας, ουσιαστική ένταξη των μεγαλύτερων στην οικονομία και δίκαιη κατανομή των ωφελειών της υγείας σε όλες τις κοινωνικές ομάδες.
«Η εμπειρία δεν έχει ηλικία»
Ο Δρ. Iñigo Calvo Sotomayor, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Deusto, ανέφερε ότι οι επιπτώσεις της γήρανσης δεν είναι γραμμικές ούτε ομοιόμορφες.
Στην έρευνά του αμφισβητεί τα πορίσματα που θέλουν τη γήρανση να επηρεάζει πάντα αρνητικά την παραγωγικότητα, επισημαίνοντας ότι η εμπειρία και το γνωστικό περιεχόμενο αποτελούν πλεονέκτημα σε πολλούς τομείς. Όπως είπε, «ένας εργαζόμενος 55 ετών μπορεί να διαχειριστεί καλύτερα τον κίνδυνο από κάποιον 35 ετών».
«Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γίνει σύμμαχος»
Από την πλευρά του, ο Ευάγγελος Διοικητόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ανέλυσε τον τρόπο με τον οποίο η τεχνητή νοημοσύνη μετασχηματίζει την εργασία, υπογραμμίζοντας ότι η επίδρασή της πρέπει να εξετάζεται με διαφορετικό πρίσμα, βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, ανάλογα με τη φύση κάθε επαγγέλματος. Όπως εξήγησε, η τεχνολογία μπορεί αρχικά να υποκαθιστά θέσεις εργασίας, αλλά μεσοπρόθεσμα προσφέρει νέες, συμπληρωματικές δυνατότητες που ενισχύουν την καθημερινότητα των εργαζομένων.
Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία εργαζόμενοι, είπε, αντιμετωπίζουν την πρόκληση της ταχείας προσαρμογής, ωστόσο η ΑΙ μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο που θα επιταχύνει αυτή τη διαδικασία. Αναφέρθηκε σε έρευνά του που δείχνει ότι η αυτοματοποίηση συνδέεται με αυξημένα ποσοστά ανεργίας σε επαγγέλματα που είναι πιο ευάλωτα στην τεχνολογική υποκατάσταση, ενώ παράλληλα παρατηρείται μείωση της καινοτομίας σε περιοχές με υψηλότερο μέσο όρο ηλικίας. Παρά ταύτα, όπως σημείωσε, η γήρανση μπορεί να αναδιαμορφώσει την έννοια της παραγωγικότητας, λειτουργώντας ως αφετηρία για νέες μορφές καινοτομίας.
«Διπλή πρόκληση για την Ελλάδα και τη γήρανση»
Ο Νίκος Μηλαπίδης, γενικός γραμματέας Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας, τόνισε ότι οι αγορές εργασίας των χωρών του ΟΟΣΑ βρίσκονται αντιμέτωπες με τέσσερις μεγα-τάσεις που μεταβάλλουν ριζικά το τοπίο: τη δημογραφική γήρανση, την τεχνολογική πρόοδο σε συνδυασμό με την τεχνητή νοημοσύνη, τις αναντιστοιχίες δεξιοτήτων και την κλιματική αλλαγή. Όπως είπε, η γήρανση είναι μια αναπόφευκτη πραγματικότητα – «δεν μπορούμε να την αλλάξουμε, αλλά μπορούμε να διαμορφώσουμε τις κοινωνίες και τις οικονομίες μας έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στις προκλήσεις της». Για την Ελλάδα, σημείωσε, η πρόκληση είναι διπλή: Ένας πληθυσμός που γερνάει και ένα εργατικό δυναμικό που συρρικνώνεται, σε συνδυασμό με χαμηλή παραγωγικότητα.
Αναφερόμενος στις πρωτοβουλίες της ελληνικής κυβέρνησης, παρουσίασε σειρά πολιτικών που στοχεύουν στην αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος και στη βελτίωση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού. Υπογράμμισε ότι η ανεργία έχει μειωθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια και έκανε ειδική αναφορά στο πρόγραμμα Rebrain Greece, το οποίο επιδιώκει την επιστροφή στη χώρα επαγγελματιών υψηλών δεξιοτήτων.
«Η πρόωρη συνταξιοδότηση δεν είναι πλέον λύση»
Τέλος, η Joanna Tyrowicz, Καθηγήτρια Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, ανέλυσε τα διδάγματα από τη μετάβαση των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης μετά το 1989 και από τα κύματα αυτοματοποίησης των προηγούμενων δεκαετιών. Τόνισε ότι η αύξηση της παραγωγικότητας συνδέθηκε με την αντικατάσταση ολόκληρων γενεών εργαζομένων, συχνά μέσω πρόωρης συνταξιοδότησης – και προειδοποίησε ότι «αυτή η λύση δεν είναι πλέον βιώσιμη».
Συγκρίνοντας τη Βρετανία και τη Γερμανία, ανέδειξε πώς η δεύτερη απέφυγε τα κοινωνικά κόστη της ρομποτοποίησης, καθυστερώντας συνειδητά την τεχνολογική υιοθέτηση. Κατέληξε επισημαίνοντας ότι η διά βίου μάθηση, παρά τη διαχρονική ρητορική, «δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμενα – ίσως δοκιμάζουμε λάθος πράγματα».
ΠΗΓΗ: « ieidiseis.gr»
ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας δείχνουν ότι οι παραβάσεις αυξάνονται διαρκώς από τον Μάιο και μετά, όταν δηλαδή ξεκίνησε ουσιαστικά η θερινή τουριστική περίοδος. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι παραβάσεις σχετικά με τη χρήση Ψηφιακής Κάρτας, από 144 καταγεγραμμένες τον Μάιο, ανήλθαν σε 365 τον Οκτώβριο, δηλαδή υπερδιπλασιάστηκαν σε μόλις πέντε μήνες.
Με δεδομένο ότι από τον Μάρτιο είχαν ενταχθεί στην Ψηφιακή Κάρτα οι επιχειρήσεις στον Τουρισμό και στην Εστίαση, αλλά με ένα δίμηνο ανοχής, γίνεται σαφές ότι οι συγκεκριμένοι κλάδοι επιδρούν στην αύξηση της καταγεγραμμένης παραβατικότητας σε σχέση με το ωράριο εργασίας. Πολύ ψηλά στις καταγεγραμμένες παραβάσεις διατηρήθηκαν τόσο τον Οκτώβριο όσο και στο δεκάμηνο οι Πίνακες Προσωπικού που επίσης υποκρύπτουν υπέρβαση στο ωράριο απασχόλησης. Την περίοδο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου διαπιστώθηκε ότι διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα και οι παραβάσεις που σχετίζονται με την αδήλωτη εργασία. Πιο αναλυτικά:
Οκτώβριος
Πραγματοποιήθηκαν 7.157 έλεγχοι και εντοπίστηκαν 1.662 παραβάσεις (ποσοστό παραβατικότητας 23,22%). Επιβλήθηκαν πρόστιμα συνολικού ύψους 4.992.976 ευρώ.
Δεκάμηνο
Πραγματοποιήθηκαν 67.942 έλεγχοι. Εντοπίστηκαν 14.350 παραβάσεις (ποσοστό παραβατικότητας 21,12%) και επιβλήθηκαν πρόστιμα συνολικού ύψους 42.362.415 ευρώ.
ΠΗΓΗ: «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ»
Η ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΡΑΚΥΛΑ της Ελλάδας αποτυπώνεται για πολλοστή φορά στα στατιστικά στοιχεία για το 2024, παρά τις όποιες αυξήσεις στους κατώτατους μισθούς.
Σύμφωνα με τη Eurostat, η χώρα μας κατέγραψε τον δεύτερο χαμηλότερο μέσο μισθό πλήρους απασχόλησης πέφτοντας κάτω από το μισό του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ο οποίος αυξήθηκε κατά 5,2%, από 37.800 ευρώ σε 39.800 ευρώ.
Στον αντίποδα η Ελλάδα είδε αύξηση από 17.070 ευρώ το 2023 σε 17.954 ευρώ πέρυσι και έμεινε στην προτελευταία θέση πίσω από την «πρωταθλήτρια» Βουλγαρία με τρίτη την Ουγγαρία (18.500 ευρώ). Τα υψηλότερα ποσά καταγράφηκαν σε Λουξεμβούργο (83.000 ευρώ), Δανία ( 71.600 ευρώ) και Ιρλανδία (61.100 ευρώ).
Οι χαμηλοί μισθοί στη χώρα εξηγούν τη χειρότερη αγοραστική δύναμη της Ε.Ε. και κατ’ επέκταση τη διατήρηση υψηλής κοινωνικοοικονομικής επισφάλειας. Σύμφωνα με χθεσινή ανάλυση του Ινστιτούτου ΕΝΑ, που επικαλείται προηγούμενα στοιχεία της Eurostat, η βασική αιτία της μείωσης του ποσοστού φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού στον ενήλικο πληθυσμό οφείλεται αποκλειστικά στη σχετική αύξηση των απασχολούμενων έναντι των μη απασχολούμενων.
Στην ανάλυση σημειώνεται ότι το ποσοστό φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού μειώθηκε από το 2014 μέχρι το 2019 κατά 4,8 ποσοστιαίες μονάδες, από 21% σε 16,2%, αλλά από το 2019 μέχρι το 2023 ενισχύθηκε οριακά στο 16,4%. Και συμπεραίνεται πως η συνεισφορά της αύξησης της απασχόλησης στη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού έχει εξασθενήσει αισθητά και αυτό πιθανότατα αφορά περισσότερο την ποιότητα και τις αμοιβές και λιγότερο την ποσότητα των θέσεων εργασίας που δημιουργούνται.
ΠΗΓΗ: «Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ»
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
12/11/25
Generation Z : ανάμεσα στην εργασία, στην επισφάλεια και στην υποαμοιβή.
Η νέα έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ αποκαλύπτει μια μορφωμένη αλλά επισφαλή γενιά, που εργάζεται με χαμηλούς μισθούς και περιορισμένες προοπτικές, αναδεικνύοντας την αδυναμία της ελληνικής αγοράς εργασίας να αξιοποιήσει και να συγκρατήσει το δυναμικό της Generation Z.
Το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, σε συνεργασία με την εταιρεία ALCO, παρουσιάζει τα αποτελέσματα της πανελλαδικής έρευνας «Νέοι και Εργασία 2025», που εξετάζει τη στάση της Generation Z (νέοι έως 29 ετών) απέναντι στην εργασία, στην εκπαίδευση και στο μέλλον.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2025, σε πανελλαδικό δείγμα 1.500 εργαζόμενων νέων, και σκιαγραφεί μια γενιά που εργάζεται, που διεκδικεί αξιοπρέπεια και προοπτική μέσα σ΄ ένα περιβάλλον επισφάλειας και εξάντλησης.
Τα βασικότερα αποτελέσματα παρουσιάζονται παρακάτω κατανεμημένα σε επτά επιμέρους θεματικούς άξονες:
Αναλυτικά:
Η νέα γενιά εργαζομένων βιώνει μια παράταση της εξάρτησης από την οικογένεια που δεν είναι επιλογή αλλά αναγκαιότητα. Το φαινόμενο συνδέεται με χαμηλούς μισθούς, ακριβή στέγαση και κοινωνικό κράτος που χρειάζεται ενίσχυση. Η οικονομική αυτονομία μετατίθεται χρονικά και μαζί της καθυστερεί η μετάβαση στην ενήλικη ζωή: δημιουργία νοικοκυριού, οικογένειας ή επαγγελματικής ταυτότητας. Πρόκειται για μια γενιά που εργάζεται χωρίς να μπορεί να ζήσει ανεξάρτητα, εγκλωβισμένη ανάμεσα στην απασχόληση και στην προσπάθεια αυτονόμησης.
Το χάσμα ανάμεσα στην εκπαίδευση και στην αγορά εργασίας αποτυπώνει όχι μόνο μια θεσμική ασυνέχεια, αλλά και την ανωριμότητα του παραγωγικού συστήματος και των επιχειρήσεων να απορροφήσουν το ανθρώπινο δυναμικό της νέας γενιάς. Η ελληνική αγορά εργασίας παραμένει χαμηλής οργανωσιακής και τεχνολογικής πυκνότητας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αξιοποιήσει τις γνώσεις, τις ψηφιακές δεξιότητες και τη δημιουργικότητα των νέων αποφοίτων. Η αποσύνδεση της απασχόλησης από τη γνώση οδηγεί στη διπλή παγίδα της υποαπασχόλησης και της απογοήτευσης: η Generation Z είναι η πιο μορφωμένη αλλά και η λιγότερο ενταγμένη γενιά στην παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Η Generation Z εισέρχεται σε έναν κόσμο εργασίας που μεταθέτει τη φροντίδα και την ψυχική ανθεκτικότητα στο άτομο. Η πίεση της απόδοσης, τα διευρυμένα ωράρια και η μειωμένη συλλογική προστασία οδηγούν σε διάχυτο burnout και ψυχική κόπωση. Η άποψή τους για έλλειψη προσωπικού χρόνου και η θόλωση των ορίων μεταξύ εργασίας και προσωπική ζωής συνθέτουν ένα νέο είδος εργασιακής αποξένωσης: οι νέοι εργάζονται περισσότερο, αλλά νιώθουν λιγότερο συνδεδεμένοι με αυτό που κάνουν. Η ποιότητα της εργασίας μετατρέπεται έτσι σε κρίσιμο παράγοντα ψυχικής υγείας.
Η Generation Z εισάγει ένα νέο αξιακό παράδειγμα εργασίας. Προτάσσει την αυθεντικότητα, τη δημιουργικότητα και τη συναισθηματική ισορροπία. Η εργασία χάνει τον χαρακτήρα της απλής επιβίωσης και μετατρέπεται σε χώρο αυτοπροσδιορισμού, αλλά υπό όρους που η ελληνική αγορά δεν προσφέρει. Η αποδοχή άτυπης-μαύρης εργασίας, παρά τις αξίες αυτές, δείχνει το βάθος της ανασφάλειας και την ανάγκη επιβίωσης.
Τα ευρήματα δείχνουν μια γενιά με χαμηλή εμπιστοσύνη αλλά υψηλή διαθεσιμότητα για δράση. Παρότι η Generation Z εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι στους θεσμούς προστασίας και τη συνδικαλιστική εκπροσώπηση, δεν απορρίπτει τη συλλογική οργάνωση ως αξία. Έχει υψηλή προθυμία συμμετοχής σε συλλογικές δράσεις αρκεί να αισθανθούν ότι τα αιτήματα τους αφορούν και είναι δίκαια.
Τα δεδομένα σκιαγραφούν μια γενιά με περιορισμένη εμπιστοσύνη στο παρόν και συγκρατημένη πίστη στο μέλλον. Η χαμηλή ικανοποίηση από τις επαγγελματικές προοπτικές και η έντονη διάθεση μετανάστευσης αποτυπώνουν ένα ¨συναισθηματικό και επαγγελματικό ρήγμα¨ ανάμεσα στους νέους και την ελληνική αγορά εργασίας. Παράλληλα, αναδεικνύεται η εξοικείωση προς την τεχνητή νοημοσύνη, δείχνοντας μια γενιά που κατανοεί τις αλλαγές αλλά ανησυχεί ότι δεν θα επωφεληθεί από αυτές. Τέλος, η αδυναμία συγκρότησης οικογένειας υπό τις παρούσες εργασιακές συνθήκες αποκαλύπτει πως η επισφάλεια δεν περιορίζεται στο επαγγελματικό επίπεδο κινδυνεύοντας να μετατρέψει την αβεβαιότητα σε σταθερά ζωής.
Συνολικό συμπέρασμα
Η έρευνα αποτυπώνει μια νέα κοινωνική και εργασιακή συνθήκη: μια γενιά μορφωμένη, ευαίσθητη και αξιακά ώριμη, που όμως ζει μέσα σε καθεστώς χαμηλών προσδοκιών και δομικής αβεβαιότητας. Η προοπτική ενός νέου brain drain αναδεικνύεται ως πιθανότητα. Χωρίς αναβάθμιση των μισθών, ενίσχυση της σταθερότητας, ανασυγκρότηση της συλλογικής προστασίας και επένδυση στην ψυχική υγεία και στη μάθηση, καμία πολιτική brain regain δεν μπορεί να πετύχει. Η Generation Z δεν διεκδικεί απλά μια δουλειά: επιζητά ένα μέλλον με νόημα και δικαιοσύνη.
Επισυνάπτεται σε PDF ολόκληρη η έρευνα
Loading Viewer...
Μόλις το 20% των νέων εργαζομένων ζουν μόνοι τους, καθώς για την (εξουθενωμένη) πλειοψηφία ο μισθός δεν καλύπτει ούτε τις βασικές ανάγκες. Και το χειρότερο; Το 72% της Generation Z δηλώνει ότι δεν διαβλέπει επαγγελματικές προοπτικές στη χώρα.
Αυτά είναι μερικά από τα αποτελέσματα της πανελλαδικής έρευνας «Νέοι και Εργασία 2025», που εξετάζει τη στάση της Generation Z (νέων έως 29 ετών) απέναντι στην εργασία, στην εκπαίδευση και στο μέλλον, που παρουσίασε το Ινστιτούτο Εργασίας της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδας (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ), σε συνεργασία με την εταιρεία ALCO.Όπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση, η έρευνα πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2025 σε πανελλαδικό δείγμα 1.500 εργαζόμενων νέων και σκιαγραφεί «μια γενιά που εργάζεται, που διεκδικεί αξιοπρέπεια και προοπτική μέσα σε ένα περιβάλλον επισφάλειας και εξάντλησης.
Τα βασικότερα αποτελέσματα παρουσιάζονται παρακάτω κατανεμημένα στους εξής θεματικούς άξονες:
Αναλυτικά, από την έρευνα προκύπτουν τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με την έρευνα, «το φαινόμενο συνδέεται με χαμηλούς μισθούς, ακριβή στέγαση και κοινωνικό κράτος που χρειάζεται ενίσχυση. Η οικονομική αυτονομία μετατίθεται χρονικά και μαζί της καθυστερεί η μετάβαση στην ενήλικη ζωή: δημιουργία νοικοκυριού, οικογένειας ή επαγγελματικής ταυτότητας. Πρόκειται για μια γενιά που εργάζεται χωρίς να μπορεί να ζήσει ανεξάρτητα, εγκλωβισμένη ανάμεσα στην απασχόληση και στην προσπάθεια αυτονόμησης».
«Το χάσμα ανάμεσα στην εκπαίδευση και στην αγορά εργασίας αποτυπώνει όχι μόνο μια θεσμική ασυνέχεια, αλλά και την ανωριμότητα του παραγωγικού συστήματος και των επιχειρήσεων να απορροφήσουν το ανθρώπινο δυναμικό της νέας γενιάς. Η ελληνική αγορά εργασίας παραμένει χαμηλής οργανωσιακής και τεχνολογικής πυκνότητας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αξιοποιήσει τις γνώσεις, τις ψηφιακές δεξιότητες και τη δημιουργικότητα των νέων αποφοίτων. Η αποσύνδεση της απασχόλησης από τη γνώση οδηγεί στη διπλή παγίδα της υποαπασχόλησης και της απογοήτευσης: η Generation Z είναι η πιο μορφωμένη, αλλά και η λιγότερο ενταγμένη γενιά στην παραγωγή υψηλής προστιθέμενης αξίας», επισημαίνεται στην έρευνα.
Με βάση τα στοιχεία της έρευνας, «η Generation Z εισέρχεται σε έναν κόσμο εργασίας που μεταθέτει τη φροντίδα και την ψυχική ανθεκτικότητα στο άτομο. Η πίεση της απόδοσης, τα διευρυμένα ωράρια και η μειωμένη συλλογική προστασία οδηγούν σε διάχυτο burnout και ψυχική κόπωση. Η άποψή τους για έλλειψη προσωπικού χρόνου και η θόλωση των ορίων μεταξύ εργασίας και προσωπική ζωής συνθέτουν ένα νέο είδος εργασιακής αποξένωσης. Οι νέοι εργάζονται περισσότερο, αλλά νιώθουν λιγότερο συνδεδεμένοι με αυτό που κάνουν. Η ποιότητα της εργασίας μετατρέπεται έτσι σε κρίσιμο παράγοντα ψυχικής υγείας».
Σύμφωνα με την έρευνα, «η Generation Z εισάγει ένα νέο αξιακό παράδειγμα εργασίας. Προτάσσει την αυθεντικότητα, τη δημιουργικότητα και τη συναισθηματική ισορροπία. Η εργασία χάνει τον χαρακτήρα της απλής επιβίωσης και μετατρέπεται σε χώρο αυτοπροσδιορισμού, αλλά υπό όρους που η ελληνική αγορά δεν προσφέρει. Η αποδοχή άτυπης-“μαύρης” εργασίας, παρά τις αξίες αυτές, δείχνει το βάθος της ανασφάλειας και την ανάγκη επιβίωσης».
«Τα ευρήματα δείχνουν μια γενιά με χαμηλή εμπιστοσύνη, αλλά υψηλή διαθεσιμότητα για δράση.
Παρότι η Generation Z εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι στους θεσμούς προστασίας και τη συνδικαλιστική εκπροσώπηση, δεν απορρίπτει τη συλλογική οργάνωση ως αξία. Έχει υψηλή προθυμία συμμετοχής σε συλλογικές δράσεις αρκεί να αισθανθούν ότι τα αιτήματά τους αφορούν και είναι δίκαια», τονίζεται στην έρευνα.
Όπως σημειώνεται στην ανακοίνωση, «τα δεδομένα σκιαγραφούν μια γενιά με περιορισμένη εμπιστοσύνη στο παρόν και συγκρατημένη πίστη στο μέλλον. Η χαμηλή ικανοποίηση από τις επαγγελματικές προοπτικές και η έντονη διάθεση μετανάστευσης αποτυπώνουν ένα συναισθηματικό και επαγγελματικό ρήγμα ανάμεσα στους νέους και στην ελληνική αγορά εργασίας.
Παράλληλα, αναδεικνύεται η εξοικείωση προς την Τεχνητή Νοημοσύνη, δείχνοντας μια γενιά που κατανοεί τις αλλαγές, αλλά ανησυχεί ότι δεν θα επωφεληθεί από αυτές.
Τέλος, η αδυναμία συγκρότησης οικογένειας, υπό τις παρούσες εργασιακές συνθήκες, αποκαλύπτει πως η επισφάλεια δεν περιορίζεται στο επαγγελματικό επίπεδο, κινδυνεύοντας να μετατρέψει την αβεβαιότητα σε σταθερά ζωής.
Η έρευνα αποτυπώνει μια νέα κοινωνική και εργασιακή συνθήκη: μια γενιά μορφωμένη, ευαίσθητη και αξιακά ώριμη, που, όμως, ζει μέσα σε καθεστώς χαμηλών προσδοκιών και δομικής αβεβαιότητας.
Η προοπτική ενός νέου brain drain αναδεικνύεται ως πιθανότητα. Χωρίς αναβάθμιση των μισθών, ενίσχυση της σταθερότητας, ανασυγκρότηση της συλλογικής προστασίας και επένδυση στην ψυχική υγεία και στη μάθηση, καμία πολιτική brain regain δεν μπορεί να πετύχει.
Η Generation Z δεν διεκδικεί απλά μια δουλειά, επιζητά ένα μέλλον με νόημα και δικαιοσύνη».
ΠΗΓΗ: «Dnews»
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται για ακόμη μία φορά στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία της Eurostat. Μαζί με την Ιταλία, την Ισπανία, την Κροατία και τη Βουλγαρία, η χώρα εμφανίζει πολλές περιφέρειες όπου το ποσοστό των ανέργων που μένουν εκτός αγοράς εργασίας για διάστημα άνω του ενός έτους υπερβαίνει σημαντικά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Στην κορυφή της ευρωπαϊκής κατάταξης παραμένουν οι αυτόνομες ισπανικές πόλεις Ciudad de Melilla και Ciudad de Ceuta, με ποσοστά 16,3% και 15,8% αντίστοιχα, καταγράφοντας διαχρονικά τις πιο υψηλές επιδόσεις στη μακροχρόνια ανεργία.
Στην Ελλάδα, σχεδόν όλες οι περιφέρειες ξεπερνούν το όριο του 3% στο ποσοστό μακροχρόνια ανέργων ηλικίας 15 έως 74 ετών, με εξαίρεση τα νησιά του Αιγαίου. Τέσσερις περιοχές εμφανίζουν ιδιαίτερα ανησυχητικές επιδόσεις, υπερβαίνοντας το 7%: η Ήπειρος με 7%, η Δυτική Μακεδονία με 7,2%, η Κεντρική Μακεδονία με 7,7% και η Ανατολική Μακεδονία – Θράκη με 7,1%.
Σε επίπεδο ΕΕ, το 2024 καταγράφηκαν 4,2 εκατομμύρια μακροχρόνια άνεργοι, αριθμός που αντιστοιχεί στο 1,9% του εργατικού δυναμικού και αντιπροσωπεύει περίπου έναν στους τρεις ανέργους. Από τις 195 περιφέρειες NUTS 2 με διαθέσιμα στοιχεία, οι 82 βρίσκονται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, οι 106 κάτω από αυτόν, ενώ επτά κινούνται στο ίδιο επίπεδο.
Όπως και στα συνολικά ποσοστά ανεργίας, οι υψηλότερες τιμές εντοπίζονται κυρίως στις νότιες χώρες της Ένωσης και σε υπερπόντιες περιοχές της Γαλλίας. Πέρα από τις δύο ισπανικές αυτόνομες πόλεις, η Γουαδελούπη φθάνει σε διψήφιο ποσοστό (11,4%), ενώ η Λα Ρεϋνιόν καταγράφει 8,2%. Στην Ιταλία, τρεις νότιες περιφέρειες —Καμπανία, Καλαβρία και Σικελία— κινούνται επίσης πάνω από το 8%.
Στον αντίποδα, 52 ευρωπαϊκές περιφέρειες εμφανίζουν ποσοστά μακροχρόνιας ανεργίας κάτω από 1%. Οι περισσότερες βρίσκονται στο βόρειο Βέλγιο, την Τσεχία, τη Δανία, τη βορειοδυτική Ουγγαρία, την Ολλανδία, την Αυστρία και την Πολωνία, ενώ η Μάλτα καταγράφει επίσης εξαιρετικά χαμηλές τιμές. Το χαμηλότερο ποσοστό στην ΕΕ, μόλις 0,4%, εντοπίζεται στην τσεχική Πράγα και την περιφέρεια Střední Čechy, καθώς και στις ολλανδικές Ουτρέχτη και Βόρεια Βραβάντη.
ΠΗΓΗ: «Dnews»
ΤΑ ΕΠΙΣΗΜΑ στοιχεία, ωστόσο, δείχνουν ότι η κάλυψη των εργαζομένων της χώρας από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας βρίσκεται στο 10,6% μόλις. Σύμφωνα με τον νέο δείκτη παρακολούθησης μισθών (ECB wage tracker), που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), η Ελλά δα με στοιχεία έως και τον φετινό Σεπτέμβριο κατέχει αρνητική πρωτιά. Στον αντίποδα, στις χώρες της Ευρωζώνης, σχεδόν οι μισοί από τους εργαζομένους (48,9%) καλύπτονται από ΣΣΕ.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τα ποσοστά κάλυψης ξεκινούν από το 44,6% του Βελγίου και φτάνουν στο 76%της Αυστρίας. Υπενθυμίζεται ότι η Ελλάδα, όπως και οι υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., έχει δεσμευτεί σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Οδηγία για επαρκείς κατώτατους μισθούς, για κάλυψη σε ποσοστό 80% από συλλογικές συμβάσεις, άρα βρίσκεται σε πολύ δυσμενές επίπεδο.
Ίδια εικόνα προκύπτει, αν αξιοποιηθούν τα στοιχεία του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ για τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις. Το 2024, καταγράφηκαν συνολικά 47 κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ, που κάλυψαν περίπου 712.000 εργαζόμενους ή το 28% του συνόλου όλων όσοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα. Το 2025, υπολο γίστηκε ότι έχουν υποχωρήσει στις 25 οι συλλογικές συμβάσεις που είναι ενεργές.
Υπάρχουν όμως και ορισμένες φετινές συμφωνίες εργοδοτών και εργαζομένων, που δείχνουν ότι, εάν θέλουν οι δύο πλευρές, μπορεί να επέλθει μια ικανοποιητική νέα σύμβαση. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), τον Φεβρουάριο, υπογράφηκε διετής σύμβαση για τους εργαζομένους στα ξενοδοχεία, με αυξήσεις 5% το 2025 και 3% το 2026.
Τον Απρίλιο, προέκυψε συμφωνία στον κλάδο των τραπεζών, τριετούς διάρκειας. Οι αυξήσεις που θα δοθούν είναι 2% την 1η Ιουλίου και την 1η Δεκεμβρίου, φέτος, και από 2%τον Δεκέμβριο του 2026 και του 2027.
Τον Ιούλιο, υπογράφηκε σύμβαση τριετούς διάρκειας και τους εργαζόμενους στις ιδιωτικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Συμφωνήθηκε αύξηση 4% στις αποδοχές, αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου, 3% το 2026 και 2% το 2027.
Επιχειρησιακές συμβάσεις
Τα στοιχεία της ΤτΕ, όμως, δείχνουν ότι και οι επιχειρησιακές συμβάσεις δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα. Σύμφωνα με το δελτίο οικονομικών εξελίξεων για την περίοδο Ιανουαρίου -Αυγούστου 2025, υπογράφηκαν 148 νέες επιχειρησιακές συμβάσεις, που καλύπτουν περισσότερους από 78.000 εργαζομένους. Όμως, από αυτές, μόλις οι 64 προέβλεπαν αυξήσεις μισθών, ενώ οι υπόλοιπες ρύθμιζαν λοιπούς όρους εργασιακών σχέσεων.
ΠΗΓΗ: «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ»