Αυτό ως αποτέλεσμα της κοινοτικής οδηγίας που πρέπει να ενταχθεί στη νομοθεσία της χώρας έως το τέλος του έτους. Μετά τη σχετική επεξεργασία που έχει γίνει από την αρμόδια Επιτροπή που συστάθηκε προ διμήνου για το συγκεκριμένο θέμα, αυτοί οι άξονες επικεντρώνονται στην αγοραστική δύναμη των κατώτατων μισθών, το γενικό επίπεδο των ακαθάριστων αποδοχών, τον ρυθμό αύξησής τους και την παραγωγικότητα της εργασίας. Όλα αυτά ενώ επίκεινται, σε δεύτερο επίπεδο, παρεμβάσεις και στο πεδίο των συλλογικών διαπραγματεύσεων, από την πλευρά της κυβέρνησης, σε μια προσπάθεια περαιτέρω στήριξης του μέσου μισθού στον ιδιωτικό τομέα και όχι μόνο του κατώτατου.
Αποτελεί ζητούμενο ποια θα είναι εκείνα τα κίνητρα που θα δοθούν, ώστε να αυξηθεί το πλήθος των συλλογικών συμβάσεων, άρα και το ποσοστό των εργαζομένων που θα καλύπτονται από αυτές. Σε πρώτη φάση τίθεται το ζήτημα της επιτάχυνσης της διαδικασίας επέκτασης των κλαδικών συμβάσεων, ώστε να μην καθυστερεί η συνολική εφαρμογή τους.
Όμως, είναι κρίσιμο μέγεθος να υπάρξουν παρεμβάσεις και στα αντικίνητρα που έχουν θεσμοθετηθεί από τη «μνημονιακή εποχή» ακόμα και τα οποία περιορίζουν δραματικά το πεδίο συμβιβασμού, άρα και συμφωνίας, ανάμεσα σε εργοδότες και σε εργαζομένους Στο πλαίσιο αυτό, η νέα πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εργασίας συνεχίζει τις διαδοχικές επαφές της με τους κοινωνικούς εταίρους, θέλοντας να δημιουργήσει το καλύτερο δυνατό πλαίσιο συναίνεσης, στο πεδίο των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Δύο βασικά σημεία
Τα δύο βασικά σημεία, στα οποία θα στηριχθεί η επιχειρηματολογία της κυβέρνησης, πρόκειται να είναι τα ακόλουθα:
Α. Κάθε χώρα – μέλος της Ε.Ε. είναι ελεύθερη να επιλέξει τον αριθμό και τη βαρύτητα των κριτηρίων που θα χρησιμοποιήσει για τον καθορισμό των βασικών αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα. Θα πρέπει, όμως, οπωσδήποτε να λαμβάνει κατ’ ελάχιστον υπόψη τα εξής ιδιαίτερα σημεία:
1. Την αγοραστική δύναμη των κατώτατων μισθών.
2. Το γενικό επίπεδο των ακαθάριστων μισθών και την κατανομή τους.
3. Τον ρυθμό αύξησης των ακαθάριστων μισθών.
4.Τις εξελίξεις στην παραγωγικότητα της εργασίας.
Αυτές οι τέσσερις βασικές προ- βλέψεις, με την ανάλογη χρήση, θα μπορούν εν πολλοίς να ρυθμίζουν στο μέλλον τις κατώτατες αποδοχές, άρα και την εξέλιξη του μέσου μισθού στον ιδιωτικό τομέα. Β. Η Ελλάδα ανήκει στις 22 χώρες που έχουν νομοθετημένο κατώτατο μισθό.
Ωστόσο, μόνο σε πέντε κράτη – μέλη της Ε.Ε. (Αυστρία, Δανία, Φινλανδία, Ιταλία και Σουηδία) ο κατώτατος μισθός καθορίζεται από συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Βέβαια, υπάρχει και η πρόβλεψη στην κοινοτική οδηγία για την ενεργή συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στον καθορισμό των νόμιμων κατώτατων μισθών και την επιβολή κυρώσεων στους εργοδότες, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.
Ο αντίλογος
Όμως, ο αντίλογος που αναμένεται να αναδειχθεί θα κινείται σε δύο βασικές παραμέτρους:
1. Οι κοινωνικοί εταίροι συμμετέχουν, μέσω των εισηγήσεών τους στη διαδικασία καθορισμού των κατώτατων αποδοχών. Άρα θα θεωρηθεί ότι ήδη καλύπτεται η παράμετρος περί συμμετοχής τους στον καθορισμό των νόμιμων κατώτατων μισθών. Όσο κι αν αυτό είναι μάλλον επίπλαστο, αφού, με βάση την ισχύουσα νομοθεσία, τον τελικό και οριστικό λόγο για το ύψος των βασικών αποδοχών στον ιδιωτικό τομέα τον διατηρεί, από το 2012, η εκάστοτε κυβέρνηση.
2. Επιχειρήσεις – μέλη της αντιπροσωπευτικής εργοδοτικής οργάνωσης ενός κλάδου της οικονομίας, οι οποίες συνυπογράφουν μια συλλογική σύμβαση εργασίας, είναι υποχρεωμένες να την εφαρμόσουν και ελέγχονται από την Επιθεώρηση Εργασίας. Η… κερκόπορτα που ήδη ισχύει είναι ότι παρέχεται το δικαίωμα στις επιχειρήσεις να αποχωρήσουν από τις αντιπροσωπευτικές συνδικαλιστικές οργανώσεις τους και έτσι να μην κάνουν χρήση της όποιας συλλογικής σύμβασης εργασίας. Άρα, μπορούν να αξιοποιούν τις βασικές αποδοχές που ορίζει ο νόμος, οι οποίες, όμως, συνήθως είναι αισθητά χαμηλότερες από εκείνες που προβλέπονται σε κάποια συλλογική σύμβαση.
ΠΗΓΗ: «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ»


