Η τρέχουσα κατάσταση των συνθηκών διαβίωσης πολλών κοινωνικών ομάδων, η υψηλή ανισότητα και η εργασιακή ανασφάλεια και επισφάλεια εγείρουν το θέμα της προστασίας της εργασίας σε πρωταρχικό πυλώνα της βιώσιμης ανάπτυξης. Επίσης, αναδεικνύουν τη σημασία μεταρρυθμίσεων της οικονομικής και της κοινωνικής πολιτικής στη χώρα μας, βάσει της αξιολόγησης δεικτών που δίνουν έμφαση σε ανθρώπινους όρους, όπως είναι η ανθρώπινη ανθεκτικότητα, η αξιοπρεπής διαβίωση και η δημιουργία συνθηκών βιώσιμης ισότητας και ευημερίας για όλους. Ο όρος αυτός καθιστά αναγκαίο το σχεδιασμό και την υλοποίηση μιας νέας στρατηγικής αειφόρου, δίκαιης και συμπεριληπτικής ανάπτυξης, με άξονα την αντιμετώπιση των φαινομένων της φτώχειας, της ανισότητας και της υλικής στέρησης, μέσω πολιτικών προστασίας της εργασίας. Δυστυχώς, στα πεδία αυτά, η χώρα μας εμφανίζει υστερήσεις, λόγω της έλλειψης σχεδιασμού μιας ανθρωποκεντρικής αναπτυξιακής στρατηγικής.
Στο σημείο αυτό, θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι οι επιδόσεις της Ελλάδας σε δείκτες που αποτυπώνουν το επίπεδο και τις προοπτικές ένταξης στην αγορά εργασίας, την ποιότητα της απασχόλησης, τις αμοιβές και την εργασιακή επισφάλεια συνεχίζουν να αποκλίνουν σημαντικά από τις αντίστοιχες της Ε.Ε. Ενδεικτικά αναφέρω πως, παρά το γεγονός ότι η χώρα μας σημείωσε το 2023 ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά μερικής απασχόλησης στο σύνολο των απασχολουμένων στην Ε.Ε. (7,3% , έναντι 17,8% στην Ε.Ε. και 20,6% στην Ευρωζώνη) , το 42,8% από τους μερικά απασχολούμενους δήλωσε ότι διάλεξε το συγκεκριμένο εργασιακό καθεστώς, διότι αδυνατούσε να βρει μια θέση εργασίας πλήρους απασχόλησης, ποσοστό που είναι κατά 23,4 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερο από το αντίστοιχο στην Ε.Ε. Την ίδια στιγμή, εμπειρικά ευρήματα δείχνουν την απόκλιση της παραγωγικότητας από τον πραγματικό μισθό σε διάφορους κλάδους της οικονομίας την περίοδο 2019-2023. Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει αναδιανομή εισοδήματος σε βάρος της εργασίας.
Παράλληλα, αρνητική επίδραση στην ποιότητα της εργασίας στην Ελλάδα έχουν οι πολλές ώρες εργασίας των εργαζομένων, οι οποίες διαταράσσουν την ισορροπία μεταξύ του εργασιακού και του ελεύθερου χρόνου τους. Το 2023, στην Ελλάδα, το 58,2% των εργαζομένων δήλωνε ότι απασχολούνταν εκτός του τυπικού ωραρίου εργασίας του, όταν στην Ε.Ε. το ποσοστό αυτό ήταν 33,9%. Η κατάσταση αυτή θα επιδεινωθεί περαιτέρω, με τη θεσμοθέτηση της εξαήμερης εργασίας, ακόμη κι αν αυτή περιοριστεί σε συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες.
Την ίδια στιγμή, τα ευρήματα πολλών δεικτών κοινωνικής βιωσιμότητας στην Ελλάδα δείχνουν επιδείνωση των κοινωνικών συνθηκών μετά το 2020, ως αποτέλεσμα της επίδρασης της πανδημικής κρίσης και της κρίσης κόστους ζωής.
Η μεγάλη αύξηση των τιμών της ενέργει ας και των τροφίμων διέβρωσε την αγοραστική δύναμη ενός μεγάλου τμήματος του κόσμου της εργασίας. Οι επιπτώσεις έχουν μεγαλύτερο αντίκτυπο στα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, τα οποία δαπανούν μεγαλύτερο ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματός τους σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Τα εμπειρικά ευρήματα αποτυπώνουν την ανάγκη εφαρμογής αποτελεσματικών μέτρων στήριξης του εισοδήματος των εργαζομένων και των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Υπάρχουν αξιόπιστες μελέτες που δείχνουν ότι η ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και η επίτευξη του στόχου του 80% στην κάλυψη των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμβαδίζουν με χαμηλότερα επίπεδα μισθολογικής ανισότητας και υψηλότερα συνολικά επίπεδα μισθών. Η θέση της Γενικής Συνομοσπονδίας είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να «δεσμεύσει» την οικονομική και κοινωνική της πολιτική με τον στρατηγικό στόχο της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας για προστασία της εργασίας στους τομείς των μισθών, του χρόνου εργασίας, της ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής και της επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας, που είναι κεντρικής σημασίας για την αποτελεσματική και χωρίς αποκλεισμούς προστασία της εργασίας και για την εξασφάλιση δίκαιης διανομής του εισοδήματος.
ΠΗΓΗ: «ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ»
