Μόνο τρία στα δέκα ελληνικά νοικοκυριά νιώθουν οικονομική άνεση, την ώρα που οι… εταίροι τους στην Ευρώπη καταφέρνουν να τα βγάζουν πέρα χωρίς δυσκολίες. Συγκεκριμένα, σε ποσοστό περίπου 68% τα νοικοκυριά στην Ελλάδα δηλώνουν ότι δυσκολεύονται οικονομικά, έναντι 19% στην ΕΕ. Η έντονη άνοδος των ενοικίων και του στεγαστικού κόστους μετά το 2018 έχει αυξήσει σημαντικά την πίεση στα νοικοκυριά -ιδιαίτερα στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα και στους νέους-, καθώς το κόστος στέγασης για τους πιο ευάλωτους παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη.
Τα στοιχεία της μελέτης του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), με τίτλο «Οι πολλαπλές πτυχές της ανισότητας στην Ελλάδα», είναι αποκαλυπτικά για τον δρόμο που έχουμε να διανύσουμε μέχρι να καταφέρουμε να… κοιτάξουμε στα μάτια τους Ευρωπαίους με την αυτοπεποίθηση του πραγματικά ίσου προς ίσον. Μπορεί να απολαμβάνουμε μια υπολογίσιμη πρόοδο τα τελευταία χρόνια, καθώς ο δείκτης Gini -καθιερωμένος δείκτης μέτρησης ανισοτήτων- μειώθηκε από 34,2% το 2015 σε 31,6% το 2025, όμως η καθημερινή εμπειρία μεγάλου μέρους των ελληνικών νοικοκυριών εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από οικονομική ανασφάλεια, περιορισμένες ευκαιρίες και δυσκολία πρόσβασης σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Αντώνης Μαυρόπουλος, ανώτερος ερευνητής του ΙΟΒΕ, το εισόδημα από αυτοαπασχόληση εμφανίζει τη μεγαλύτερη ανισότητα μεταξύ όλων των πηγών εισοδήματος και οι νέοι 16-24 ετών παραμένουν η ομάδα με τον υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας.
Πολύ θετική εξέλιξη η μείωση της ανεργίας από 24,9% το 2015 σε 8,8% το 2025, όμως η Ελλάδα καταγράφει το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας στην ΕΕ, ενώ πάνω από το 50% των ανέργων παραμένει σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας. Επιπλέον, οι αυτοαπασχολούμενοι αντιστοιχούν στο 24,3% του συνόλου των εργαζομένων, το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Ταυτόχρονα, το κενό συμμόρφωσης ΦΠΑ μειώθηκε από 24%το 2019 σε 11% το 2023, αλλά η παραοικονομία παραμένει ισχυρή.
Η εκπαίδευση στη χώρα μας παραμένει ο σημαντικότερος μηχανισμός κοινωνικής κινητικότητας. Το ποσοστό των ενηλίκων με ανώτατη εκπαίδευση αυξήθηκε από 26,5% σε 32,6%. Όμως, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη χαμηλότερη διαγενεακή εκπαιδευτική κινητικότητα στην Ευρώπη. Μόλις 12% των παιδιών από χαμηλά εκπαιδευτικά στρώματα φτάνουν στα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης. Οι οικονομικές ανισότητες είναι επιβλαβείς και για την υγεία και μεταφράζονται σε σημαντικές διαφορές στο προσδόκιμο υγιούς ζωής, αφού η πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας εξακολουθεί να επηρεάζεται σημαντικά από το εισόδημα. Η Ελλάδα καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών υγείας στην ΕΕ. Το 32% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο δηλώνει ανεκπλήρωτες ανάγκες υγείας, έναντι 10% στο υψηλότερο. Τα χρόνια νοσήματα αφορούν το 30% των ατόμων στο χαμηλότερο εισοδηματικό τεταρτημόριο, έναντι 18% στο υψηλότερο. Κι ενώ παραμένουμε ένας λαός που γερνάει, η χώρα εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως στην οικογένεια για την παροχή φροντίδας, γεγονός που δημιουργεί σημαντικές οικονομικές και κοινωνικές επιβαρύνσεις, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Οι δημόσιες δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα αντιστοιχούν μόλις στο στο 0,16% του ΑΕΠ, έναντι 1,71% στην ΕΕ.
ΠΗΓΗ: «ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ»








