Η Παγκόσμια Ημέρα για την Υγεία και την Ασφάλεια στην Εργασία, χθες 28 Απριλίου, βρήκε τη χώρα μας με αυξημένα εργατικά ατυχήματα και απαράδεκτα ελλιπή στατιστική καταγραφή.
Σύμφωνα με την ανεξάρτητη διαρκή επιστημονική έρευνα της ΟΣΕΤΕΕ και τα στοιχεία που παραθέτει ο πρόεδρός της, μέχρι σήμερα τουλάχιστον 38 εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους στη δουλειά από την αρχή του έτους στη χώρα μας, ενώ 69 τραυματίστηκαν σοβαρά. Το 2022 σε μια έκρηξη των εργατικών δυστυχημάτων οι νεκροί ανήλθαν σε 104 και οι σοβαρά τραυματίες σε 140, ενώ το 2023 παρατηρήθηκε περαιτέρω κλιμάκωση με 179 ανθρώπους να χάνουν τη ζωή τους στην εργασία και 287 να τραυματίζονται σοβαρά. Από τη στατιστική ανάλυση των στοιχείων η ΟΣΕΤΕΕ συμπεραίνει ότι έχουμε μια διατήρηση των υψηλών αρνητικών δεικτών, στοιχείο μη αντιστρεψιμότητας της κατάστασης, καθώς υπολογίζεται ότι έως το τέλος του έτους ο αριθμός των θυμάτων θα κυμανθεί κοντά στα υψηλά του 2023, ενώ παρατηρείται ιδιαίτερη αύξηση στους σοβαρά τραυματίες την εξέλιξη της κατάστασης της υγείας των οποίων δεν έχουμε τον μηχανισμό να παρακολουθήσουμε.
«Ο αγροτικός κλάδος παραμένει ιδιαίτερα υψηλά με 27 θύματα το 2022, άλλα 44 το 2023 και 11 έως σήμερα το 2024, σε ένα ζήτημα που ενώ το έχουμε αναδείξει από το 2019 σε ημερίδα στο Εργατικό Κέντρο Καστοριάς και το τονίζουμε καθημερινά, κανείς δεν έχει ασχοληθεί με την αντιμετώπισή του. Σε θέση αρνητικού πρωταγωνιστή έχει περάσει φέτος ο τεχνικός κλάδος, καθώς 13 εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους το 2024 σε μικρά οικοδομικά ή άλλα έργα. Η πλειονότητα των θυμάτων είναι μετανάστες, εργάτες χαμηλού μορφωτικού υπόβαθρου, χαμηλά αμειβόμενοι, ανασφάλιστοι πολλές φορές, δίχως τη δυνατότητα οργάνωσης σε συλλογικούς φορείς εργαζομένων. Παράλληλα στις εκθέσεις του υπουργείου Εργασίας παρουσιάζονται μηδενικά στοιχεία στην καταγραφή των θανάτων από επαγγελματικές ασθένειες στη χώρα, όταν η εκτίμηση από τη διαρκή έρευνα της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) σε συνεργασία με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Υγεία και Ασφάλεια στην Εργασία (EU-OSHA) υπολογίζει σε περίπου 2.500 τους θανάτους από επαγγελματικές νόσους στην Ελλάδα » σημειώνει ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας, Ανδρέας Στοϊμενίδης.
Εξαιρετικά αποκαλυπτικός για το αλαλούμ στοιχείων και την απόλυτη επίσημη αδιαφορία που επικρατεί ως προς τις επαγγελματικές ασθένειες είναι ο Βασίλης Δρακόπουλος, ειδικός ιατρός εργασίας, αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ιατρικής της Εργασίας και Περιβάλλοντος και μέλος της διοίκησης του ΕΛΙΝΥΑΕ.
«Στις καταγραφές των εργατικών ατυχημάτων και στις μη καταγραφές των επαγγελματικών ασθενειών και της επαγγελματικής θνησιμότητας εμφανίζουμε στην Ε.Ε. και παγκοσμίως στη ΔΟΕ εικόνα τριτοκοσμικής χώρας.
Η Ελλάδα είναι σχεδόν η μοναδική χώρα της Ε.Ε. που δεν αναφέρει στη Eurostat ούτε μία επαγγελματική ασθένεια και καταλαμβάνει δυστυχώς άλλη μια αρνητική πρωτιά στην Ε.Ε. Έχει γίνει αντικείμενο ειρωνικών σχολιασμών από τους ευρωπαϊκούς (Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Ασφάλεια και την Υγεία στους Χώρους Εργασίας, EU-OSHA) και τους διεθνείς οργανισμούς λόγω των «ιδανικών συνθηκών εργασίας» που προβάλλονται και έχουν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση μηδαμινού αριθμού εργατικών ατυχημάτων και μηδενικού αριθμού επαγγελματικών ασθενειών και συνεπακόλουθα μηδενικής επαγγελματικής θνησιμότητας από αυτές» σημειώνει ο Β. Δρακόπουλος.
«Οι νομοθετικές ρυθμίσεις, οι οποίες δεν εφαρμόζονται ή καταστρατηγούνται από την ίδια την πολιτεία, τους εργοδότες και κάποιους επιτήδειους που κερδοσκοπούν με αυτή την κατάσταση, από μόνες τους δεν μπορούν να έχουν κάποιο αποτέλεσμα. Η κύρωση των Συμβάσεων της ΔΟΕ (π.χ. των 190 και 187) και η ενσωμάτωση Ευρωπαϊκών Οδηγιών ως «κερασάκια στην τούρτα» αντεργατικών νομοσχεδίων δεν λύνουν κανένα πρόβλημα. Αντιθέτως αυξάνουν την αναξιοπιστία της χώρας μας στους ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς».
Ρωτήσαμε τον ειδικό γιατρό εργασίας και σύμβουλο διοίκησης του ΕΛΙΝΥΑΕ τι πρέπει να γίνει.
«Είναι αναγκαία η ουσιαστική παρέμβαση της πολιτείας με τους ελεγκτικούς μηχανισμούς της, οι οποίοι ναι μεν «αναβαθμίζονται» σε ανεξάρτητες αρχές, αλλά δεν διαθέτουν τον ελάχιστο απαραίτητο τεχνικό εξοπλισμό για να κάνουν έναν στοιχειώδη έλεγχο των συνθηκών εργασίας (ή μήπως σκοπίμως δεν τον δημιουργούν και περί άλλα τυρβάζουν;) Είναι αναγκαία η δημιουργία του Ταμείου Ασφάλισης του Επαγγελματικού Κινδύνου, το οποίο όλο εξαγγέλλεται, αλλά ποτέ δεν δημιουργείται. Είναι αναγκαία η ενίσχυση και η δημιουργία φορέων, δομών και οργανισμών για την ΥΑΕ» απαντά ο κ. Δρακόπουλος.
Το πρόβλημα, όπως αποκαλύπτει και στην προδημοσιευμένη μελέτη του για την εκτίμηση της επαγγελματικής νοσηρότητας και θνησιμότητας στην Ελλάδα, δεν αφορά μόνο τις επαγγελματικές ασθένειες.
«Τα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα που αποτελούν την εμφανή κορυφή του παγόβουνου, τα εργατικά ατυχήματα και οι θανατηφόρες επαγγελματικές ασθένειες, παρότι εξοβελίζονται, δεν καταγράφονται και υποτιμούνται, είναι παρούσες καταστάσεις και στη χώρα μας και σκοτώνουν χιλιάδες εργαζόμενους κάθε έτος. Η χρόνια πλέον λογική της στρουθοκαμήλου της πολιτείας κοστίζει πολύ στη χώρα. Σε οικονομικούς πόρους και κυρίως σε ανθρώπινους πόρους με σοβαρές βλάβες της υγείας, βαριές αναπηρίες και βέβαια δυσαναπλήρωτες απώλειες ανθρώπινων ζωών. Κόστος βαρύ και για τους εργαζόμενους και για τη χώρα.
Η μελέτη, αξιοποιώντας τα στοιχεία για τα έτη στα οποία υπάρχουν στοιχεία, καταγράφει με το εξής παράδειγμα τη χαοτική εικόνα: «Η ΕΛΣΤΑΤ δίνει στη Eurostat και στην ILOSTAT τον ίδιο αριθμό εργατικών ατυχημάτων, διαφορετικό όμως από αυτόν που καταγράφει η ίδια, διαφορετικό από αυτόν που καταγράφει το ΣΕΠΕ και διαφορετικό από αυτόν που καταγράφει το ΙΚΑ το 2017. Δίνει υπερδιπλάσιο αριθμό εργατικών ατυχημάτων από το 2009- 2013, πολύ μικρότερο αριθμό από το 2014-2018 και τα ίδια που καταγράφει η ΕΛΣΤΑΤ το 2019-2021, ελαφρώς λιγότερα από αυτά που καταγράφει ο ΕΦΚΑ και λιγότερα από τα μισά που καταγράφει το ΣΕΠΕ.
Μελετώντας τις καταγραφές των εργατικών και των θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων στη Eurostat για την Ε.Ε. τα έτη 2010-2020 διαπιστώνουμε πως η χώρα μας βρίσκεται την περίοδο 2010-2020 στην 4η θέση από το τέλος στα εργατικά ατυχήματα (198 ανά 100.000 απασχολούμε- νους έναντι 1.260 του μέσου όρου των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών) και στην 3η θέση από το τέλος στα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα (0,93 ανά 100.000 απασχολούμενους έναντι 2,33 του μέσου όρου των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών). Ωστόσο, στην ιστοσελίδα της ΔΟΕ η χώρα μας βρίσκεται στην 55η θέση ανάμεσα σε 77 χώρες στα εργατικά ατυχήματα (117 ανά 100.000 εργαζόμενους έναντι 1.001 του μέσου όρου των υπόλοιπων 77 χωρών του πίνακα) και στην 70η θέση ανάμεσα σε 74 χώρες στα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα (0,6 ανά 100.000 εργαζόμενους έναντι 3,30 του μέσου όρου των υπόλοιπων 74 χωρών).
Θολή εικόνα προκύπτει από τις καταγραφές των εργατικών ατυχημάτων (θανατηφόρων και μη) από τον ΕΦΚΑ, ο οποίος καταγράφει τον μεγαλύτερο αριθμό εργατικών ατυχημάτων, την ώρα που το ΣΕΠΕ καταγράφει τον μεγαλύτερο αριθμό θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων, ενώ η ΕΛΣΤΑΤ εμφανίζει διαφορετικό αριθμό από τους δύο προαναφερθέντες φορείς και δίνει στη Eurostat και την ILOSTAT υπερδιπλάσιο αριθμό για κάποια έτη, μικρότερο αριθμό για λίγα έτη μετά και τον ίδιο αριθμό με τις δικές της καταγραφές για τα δύο τελευταία έτη.
Σε ό,τι αφορά τα θανατηφόρα (τα οποία λόγω του κοινωνικού αντίκτυπου και της έκτασης που καταλαμβάνουν με τη βαρύτητά τους στον έντυπο και λιγότερο στον ηλεκτρονικό Τύπο έχουν μια σχετικά μεγαλύτερη καταγραφή), η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει σχεδόν τα μισά από το ΣΕΠΕ και δίνει στη Eurostat και την ILOSTAT διαχρονικά από το 1/3 έως τα 2/3 τα τελευταία έτη. Τα καταγραφόμενα στη Eurostat (από την ΕΛΣΤΑΤ) εργατικά ατυχήματα (Μ. Ο. των ετών 2010-2020) είναι υποπολλαπλάσια των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών».
ΠΗΓΗ: «Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ»
