Χρυσάφι πληρώνουν οι Έλληνες το κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους, καθώς τα εισοδήματα ανεβαίνουν με χαμηλότερο ρυθμό από τις τιμές των ακινήτων, ενώ ακόμη και όσοι αναζητούν σπίτι δεν μπορούν να βρουν. Όπως δείχνει μεγάλη έρευνα της Alpha Bank για την προσιτότητα της κατοικίας, πάνω από 1 στους 2 Έλληνες θεωρούν ανέφικτη την αγορά κατοικίας, το 39% δύσκολη και 7 στους 10 απρόσιτα τα ενοίκια.
ΔΥΣΒΑΣΤΑΧΤΟ ΒΑΡΟΣ
Σύμφωνα με τη μελέτη, το 42% των νοικοκυριών που έχουν στεγαστικό δάνειο δαπανά πάνω από το 30% του μηνιαίου εισοδήματός του για τη δόση του δανείου, ενώ πάνω από το 30% του εισοδήματός του πληρώνει και το 52% των ενοικιαστών για το ενοίκιό του. Η επιβάρυνση από το κόστος στέγασης φτάνει σχεδόν στο 60% για όσους έχουν διαθέσιμο εισόδημα κάτω των 1.450 ευρώ. Τα λοιπά κόστη στέγασης (λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, κόστος θέρμανσης και άλλα σημαντικά έξοδα πλην ενοικίου/στεγαστικού δανείου) αντιπροσωπεύουν επίσης σημαντικό ποσοστό των μηνιαίων δαπανών των νοικοκυριών, με το 1/3 να απαντά ότι καταλαμβάνουν περισσότερο από το 30% του μηνιαίου εισοδήματός τους.
Οι υψηλές τιμές αποθαρρύνουν τους αγοραστές. Μόλις το 12% σχεδιάζει να αγοράσει σπίτι την επόμενη διετία (από αυτούς το 18% ενδιαφέρεται να επενδύσει και σε δεύτερη κατοικία). Σημειώνεται ότι το 69% όσων ενδιαφέρονται για αγορά κατοικίας σκοπεύει να προχωρήσει μέσω στεγαστικού δανείου, με προτιμώμενη συμμετοχή -στην πλειοψηφία τους- άνω του 50%. Το 54% θεωρεί μη εφικτή την αγορά κατοικίας λόγω υψηλών τιμών και επιτοκίων δανεισμού και το 68% πιστεύει ότι τα ενοίκια δεν είναι προσιτά σε σχέση με τους μισθούς. Το 60% των νοικοκυριών αναμένει περαιτέρω αύξηση των ενοικίων και των τιμών κατοικιών μέσα στην επόμενη πενταετία και μόνο το 14% μείωση.
Παρά τις δυσκολίες για την απόκτηση στέγης, ωστόσο, η ιδιοκατοίκηση παραμένει βασική επιθυμία για τους Έλληνες: το 74% τη βλέπει ως επένδυση ζωής. Πάντως, η μετάβαση στη δική τους κατοικία καθυστερεί – ο μέσος όρος αποχώρησης από τη γονική στέγη είναι τα 35 έτη.
ΧΑΜΗΛΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ
Η υψηλότερη ταχύτητα με την οποία κινούνται οι τιμές των ακινήτων σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών αντανακλά την επιδείνωση των συνθηκών απόκτησης προσιτής κατοικίας στη χώρα μας. Η ανάλυση της Alpha Bank δείχνει ότι οι τιμές των κατοικιών αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό από τα εισοδήματα, καθιστώντας την κατοικία όλο και λιγότερο προσιτή (+13,9% αύξηση τιμών κατοικιών το 2023 και +8,7%το 2024, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, όταν το διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε με ρυθμό 8,1% το 2023 και 5,6%το 2024) και αναφέρει ότι υπάρχουν περίπου 794.000 κενές κατοικίες στην Ελλάδα, κυρίως σε αστικά κέντρα, των οποίων η αξιοποίηση αποτελεί πιθανή λύση στο πρόβλημα προσφοράς ακινήτων.
Το πρόβλημα της προσφοράς κατοικιών αποδίδεται σε δομικούς παράγοντες και εξελίξεις:
1. Η γήρανση του αποθέματος, με το 64% των κατοικιών να είναι άνω των 30 ετών, ώστε η ανακαίνισή τους να είναι συχνά οικονομικά ανέφικτη ή να καθυστερεί.
2. Το υψηλό κόστος κατασκευής, αφού η άνοδος των τιμών υλικών και ενέργειας (ιδίως το 2022) αύξησε το συνολικό κόστος ανέγερσης νέων κατοικιών.
3. Η περιορισμένη κατασκευαστική δραστηριότητα (2010-2020), καθώς η κρίση μείωσε δραστικά τις νέες οικοδομές. Αν και οι οικοδομικές άδειες αυξάνονται από το 2016 και μετά, η προσφορά δεν επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση.
4. Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις που αποσύρουν πολλές κατοικίες από τη μακροχρόνια ενοικίαση, ιδίως σε τουριστικές περιοχές, όπως το Νότιο Αιγαίο και η Κρήτη, αλλά και στα αστικά κέντρα, οδηγώντας σε αύξηση των ενοικίων.
ΥΨΗΛΗ ΖΗΤΗΣΗ
Οι επενδύσεις ξένων σε κατοικίες στην Ελλάδα και η περιορισμένη προσφορά έχουν διογκώσει περαιτέρω το πρόβλημα της στέγασης. Όπως καταγράφει η Alpha Bank, οι άμεσες ξένες επενδύσεις σε ακίνητα έφτασαν τα 2,8 δισ. ευρώ το 2024, επηρεάζοντας κυρίως περιοχές υψηλής ζήτησης. Η οικονομία διαμοιρασμού (Airbnb) ενίσχυσε τη ζήτηση για κατοικίες προς επένδυση, περιορίζοντας τη διαθεσιμότητα προς μακροχρόνια μίσθωση. Επιπλέον, η τηλεργασία και η αλλαγή προτιμήσεων αύξησαν τη ζήτηση για μεγαλύτερους χώρους και σπίτια εκτός Κέντρου, ιδιαίτερα από νέους και οικογένειες.
Η ελληνική στεγαστική πολιτική στηρίχθηκε μεταπολεμικά κυρίως στην ιδιωτική πρωτοβουλία, μέσω αντιπαροχής και οικογενειακής βοήθειας, χωρίς εκτεταμένη κρατική παρέμβαση. Από το 1994 και ιδίως μετά την είσοδο στην Ευρωζώνη (2001), ο ενυπόθηκος δανεισμός άρχισε να υποκαθιστά τις αποταμιεύσεις, συμβάλλοντας στην αύξηση της ζήτησης για κατοικίες. Η τάση αυτή ενισχύθηκε έως την κρίση του 2008, οπότε και ο δανεισμός περιορίστηκε δραστικά.
ΠΗΓΗ: «ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ»






