ΜΕΙΩΝΕΤΑΙ συνεχώς το ποσοστό των εργαζομένων που καταφέρνουν να έχουν εισόδημα έως το τέλος κάθε μήνα λόγω πληθωρισμού αλλά και εξαιτίας των χαμηλών μισθών, με συνέπεια ολοένα και περισσότεροι να επιδιώκουν να αλλάξουν εργασιακό περιβάλλον.
ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ αυτό προκύπτει από την ετήσια διεθνή έρευνα “Hopes and fears” της PwC, που δείχνει ότι μόλις το 38% από τους 54.000 συμμετέχοντες σε αυτή απάντησε ότι καταφέρνει να έχει εισόδημα όλο τον μήνα. Το αντίστοιχο ποσοστό πριν από ένα έτος ήταν στο 47% γεγονός που σημαίνει ότι συνεχώς αυξάνονται οι εργαζόμενοι που δεν μπορούν να ανταποκριθούν με επάρκεια στις ανάγκες τους στη διάρκεια ενός μήνα, με τον δεδομένο μισθό που εισπράττουν.
ΣΤΙΣ 46 ΧΩΡΕΣ που διεξήχθη η έρευνα διαπιστώνεται ότι είναι τέτοιο το κόστος ζωής που ασκεί πίεση στους εργαζόμενους, ώστε να διεκδικήσουν αύξηση μισθών ή ακόμα και να παραιτηθούν από τη δουλειά τους, προς αναζήτηση καλύτερης εργασίας με υψηλότερες αποδοχές. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 26% των συμμετεχόντων θεώρησε ότι είναι πιθανό να αλλάξει δουλειά εντός των επόμενων 12 μηνών. Σε σχέση με την αντίστοιχη έρευνα πριν από ένα έτος, το συγκεκριμένο ποσοστό έχει αυξηθεί κατά επτά μονάδες. Αναλύοντας περισσότερο τους εργαζόμενους που δηλώνουν πρόθυμοι να αλλάξουν εργοδότη προκύπτει ότι σε ποσοστό 44% θεωρούν πως έχουν εργαστεί υπερβολικά, ενώ το 38% δηλώνει ότι δεν μπορεί να καλύψει τα μηνιαία έξοδά του.
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ του περιορισμένου εισοδήματος διαπιστώνεται και στο στοιχείο των πολλών εργασιών που αναγκάζονται να κάνουν οι εργαζόμενοι. Το 21% των ερωτηθέντων παραδέχτηκε ότι απασχολείται σε πολλαπλές θέσεις, με τους περισσότερους εξ αυτών (69%) να δηλώνουν ότι το κάνουν γιατί χρειάζονται περισσότερο εισόδημα. Στη γενιά Ζ (γεννηθέντες από τα μέσα του ΄90 έως τις αρχές του ΄00) το ποσοστό όσων κάνουν περισσότερες δουλειές αυξάνεται στο 30%και φτάνει στο 38% όταν πρόκειται για εθνικές μειονότητες, δηλαδή σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο.
ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ των ερωτηθέντων το 42% δηλώνει ότι θα επιδιώξει να ζητήσει αύξηση κατά την τρέχουσα χρονιά. Το ποσοστό αυτό είναι υψηλότερο κατά επτά μονάδες συγκριτικά με το 35% που είχε εντοπιστεί ακριβώς πριν από ένα έτος .
Πηγή: “ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ”
“


